Page 279 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 279
θα έχουν αδικηθεί στερούν στερούσαν στέρησαν στερήσουν θα στερούν θα στερήσουν έχουν στερήσει είχαν στερήσει θα έχουν στερήσει στερούνται στερούνταν στερήθηκαν στερηθούν
θα έχετε αδικηθεί στερείτε (στερείτε) στερούσατε στερήσατε στερήσετε στερήστε θα στερείτε θα στερήσετε έχετε στερήσει είχατε στερήσει θα έχετε στερήσει στερείστε στερούσασταν, -αστε στερηθήκατε στερηθείτε στερηθείτε
θα έχουμε αδικηθεί στερούμε στερούσαμε στερήσαμε στερήσουμε θα στερούμε θα στερήσουμε έχουμε στερήσει είχαμε στερήσει θα έχουμε στερήσει στερούμαστε στερούμασταν, -αστε στερηθήκαμε στερηθούμε
θα έχεις αδικηθεί στερεί στερούσε στέρησε στερήσει θα στερεί θα στερήσει έχει στερήσει είχε στερήσει θα έχει στερήσει στερείται στερούνταν στερήθηκε στερηθεί
θα έχεις αδικηθεί στερείς (στέρει) στερούσες στέρησες στερήσεις στέρησε θα στερείς θα στερήσεις έχεις στερήσει είχες στερήσει θα έχεις στερήσει στερείσαι στερούσουν στερήθηκες στερηθείς στερήσου
θα έχω αδικηθεί Ρ7 στερώ στερώ στερώντας στερούσα στέρησα στερήσω θα στερώ θα στερήσω έχω στερήσει (ή έχω στερημένο) είχα στερήσει (ή είχα στερημένο) θα έχω στερήσει (ή έχω στερημένο) στερούμαι στερούμαι στερούμουν στερήθηκα στερηθώ
ορ. / υπ. προστ. μτχ. οριστ. οριστ. υποτ. προστ. ορ. / υπ. ορ. / υπ. οριστ. οριστ. υποτ. προστ.
μέλλ. συντελ. ενεστ. πρτ. αόρ. εξακολ. μέλλ. συνοπτ. μέλλ. πρκ. υπερσ. μέλλ. συντελ. ενεστ. πρτ. αόρ.
278
10-0102-16,5X23,5.indd 278 19/11/2015 2:09:45 µµ

