Page 277 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 277

αγαπιούνται  αγαπιόνταν  αγαπήθηκαν  αγαπηθούν  θα   αγαπιούνται  θα αγαπηθούν  έχουν   αγαπηθεί  είχαν   αγαπηθεί  θα έχουν   αγαπηθεί  αδικούν  αδικούσαν  αδίκησαν  αδικήσουν









                           αγαπιέστε  αγαπιόσασταν,   -αστε  αγαπηθήκατε  αγαπηθείτε  αγαπηθείτε  θα αγαπιέστε  θα αγαππηθείτε  έχετε αγαπηθεί  είχατε αγαπηθεί  θα έχετε αγαπηθεί  αδικείτε  αδικείτε  αδικούσατε  αδικήσατε  αδικήσετε







                           αγαπιόμαστε  αγαπιόμασταν, -αστε  αγαπηθήκαμε  αγαπηθούμε  θα αγαπιόμαστε  θα αγαπηθούμε  έχουμε αγαπηθεί  είχαμε αγαπηθεί  θα έχουμε αγαπηθεί  αδικούμε  αδικούσαμε  αδικήσαμε  αδικήσουμε









                           αγαπιέται  αγαπιόταν  αγαπήθηκε  αγαπηθεί  θα αγαπιέται  θα αγαπηθεί  έχει αγαπηθεί  είχε αγαπηθεί  θα έχει αγαπηθεί  αδικεί  αδικούσε  αδίκησε  αδικήσει








                           αγαπιέσαι  αγαπιόσουν  αγαπήθηκες   αγαπηθείς  αγαπήσου  θα αγαπιέσαι   θα αγαπηθείς  έχεις αγαπηθεί  είχες αγαπηθεί  θα έχεις αγαπηθεί   αδικείς  αδικούσες  αδίκησες  αδικήσεις







                        αγαπιέμαι  αγαπιέμαι   αγαπιόμουν   αγαπήθηκα  αγαπηθώ  θα αγαπιέμαι  θα αγαπηθώ  έχω αγαπηθεί   (ή είμαι αγαπημένος)  αγαπημένος, -η, -ο  είχα αγαπηθεί (ή   ήμουν αγαπημένος)  θα έχω αγαπηθεί (ή   θα είμαι αγαπημένος)  Ρ6 αδικώ   αδικώ   αδικώντας  αδικούσα  αδίκησα  αδικήσω






                           ορ. / υπ.  προστ.  οριστ.  οριστ.  υποτ.  προστ.  ορ. / υπ.  μτχ.  ορ. / υπ.  προστ.  μτχ.  οριστ.  οριστ.  υποτ.



                           ενεστ.  πρτ.  αόρ.   εξακολ.   μέλλ.  συνοπτ.   μέλλ.  πρκ.  υπερσ.  μέλλ.   συντελ.  ενεστ.  πρτ.  αόρ.



                                                    276





       10-0102-16,5X23,5.indd   276                                                  19/11/2015   2:09:45 µµ
   272   273   274   275   276   277   278   279   280   281   282