Page 276 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 276
έχουν δροσιστεί είχαν δροσιστεί θα έχουν δροσιστεί αγαπούν, -άν(ε) αγαπούσαν αγάπησαν αγαπήσουν θα αγαπούν, -άν (ε) θα αγαπήσουν έχουν αγαπήσει είχαν αγαπήσει θα έχουν αγαπήσει
έχετε δροσιστεί είχατε δροσιστεί θα έχετε δροσιστεί αγαπάτε αγαπάτε αγαπούσατε αγαπήσατε αγαπήσετε αγαπήστε θα αγαπάτε θα αγαπήσετε έχετε αγαπήσει είχατε αγαπήσει θα έχετε αγαπήσει
έχουμε δροσιστεί είχαμε δροσιστεί θα έχουμε δροσιστεί αγαπούμε, -άμε αγαπούσαμε αγαπήσαμε αγαπήσουμε θα αγαπούμε, -άμε θα αγαπήσουμε έχουμε αγαπήσει είχαμε αγαπήσει θα έχουμε αγαπήσει
έχει δροσιστεί είχε δροσιστεί θα έχει δροσιστεί αγαπά αγαπούσε αγάπησε αγαπήσει θα αγαπά θα αγαπήσει έχει αγαπήσει είχε αγαπήσει θα έχει αγαπήσει
έχεις δροσιστεί είχες δροσιστεί θα έχεις δροσιστεί αγαπάς αγάπα αγαπούσες αγάππησες αγαπήσεις αγάπησε θα αγαπάς θα αγαπήσεις έχεις αγαπήσει είχες αγαπήσει θα έχεις αγαπήσει
έχω δροσιστεί (ή είμαι δροσισμένος) δροσισμένος, - η , -ο είχα δροσιστεί (ή ήμουν δροσισμένος) θα έχω δροσιστεί (ή θα είμαι δροσισμένος) Ρ5 αγαπώ αγαπώ αγαπώντας αγαπούσα αγάπησα αγαπήσω θα αγαπώ θα αγαπήσω έχω αγαπήσει (ή έχω αγαπημένο) είχα αγαπήσεις (ή είχα αγαπημένο) θα έχω αγαπήσει (ή θα έχω αγαπημένο)
ορ. / υπ. μτχ. ορ. / υπ. προστ. μτχ. οριστ. οριστ. υποτ. προστ. ορ. / υπ.
πρκ. υπερσ. μέλλ. συντελ. ενεστ. πρτ. αόρ. εξακολ. μέλλ. συνοπτ. μέλλ. πρκ. υπερσ. μέλλ. συντελ.
275
10-0102-16,5X23,5.indd 275 19/11/2015 2:09:45 µµ

