Page 275 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 275
δρόσιζαν δρόσισαν δροσίσουν θα δροσίζουν θα δροσίσουν έχουν δροσίσει είχαν δροσίσει θα έχουν δροσίσει δροσίζονται δροσίζονταν δροσίστηκαν δροσιστούν θα δροσίζονται θα δροσιστούν
δροσίζετε δροσίζατε δροσίσατε δροσίσετε δροσίστε θα δροσίζετε θα δροσίσετε έχετε δροσίσει είχατε δροσίσει θα έχετε δροσίσει δροσίζεστε (δροσίζεστε) δροσιζόσασταν, -αστε δροσιστήκατε δροσιστείτε δροσιστείτε θα δροσίζεστε θα δροσιστείτε
δροσίζαμε δροσίσαμε δροσίσουμε θα δροσίζουμε θα δροσίσουμε έχουμε δροσίσει είχαμε δροσίσει θα έχουμε δροσίσει δροσιζόμαστε δροσιζόμασταν, -αστε δροσιστήκαμε δροσιστούμε θα δροσιζόμαστε θα δροσιστούμε
δρόσιζε δρόσισε δροσίσει θα δροσίζει θα δροσίσει έχει δροσίσει είχε δροσίσει θα έχει δροσίσει δροσίζεται δροσιζόταν δροσίστηκε δροσιστεί θα δροσίζεται θα δροσιστεί
δρόσιζε δρόσιζες δρόσισες δροσίσεις δρόσισε θα δροσίζεις θα δροσίσεις έχεις δροσίσει είχες δροσίσει θα έχεις δροσίσει δροσίζεσαι (δροσίζου) δροσιζόσουν δροσίστηκες δροσιστείς δροσίσου θα δροσίζεσαι θα δροσιστείς
δροσίζοντας δρόσιζα δρόσισα δροσίσω θα δροσίζω θα δροσίσω έχω δροσίσει (ή έχω δροσισμένο) είχα δροσίσει (ή είχα δροσισμένο) θα έχω δροσίσει (ή θα έχω δροσισμένο) δροσίζομαι δροσίζομαι δροσιζόμουν δροσίστηκα δροσιστώ θα δροσίζομαι θα δροσιστώ
προστ. μτχ. οριστ. οριστ. υποτ. προστ. ορ. / υπ. ορ. / υπ. προστ. οριστ. οριστ. υποτ. προστ.
πρτ. αόρ. εξακολ. μέλλ. συνοπτ. μέλλ. πρκ. υπερσ. μέλλ. συντελ. ενεστ. πρτ. αόρ. εξακολ. μέλλ. συνοπτ. μέλλ.
274
10-0102-16,5X23,5.indd 274 19/11/2015 2:09:45 µµ

