Page 274 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 274

θα πλέξουν  έχουν πλέξει  είχαν πλέξει  θα έχουν   πλέξει  πλέκονται  πλέκονταν  πλέχτηκαν  πλεχτούν  θα πλέκονται  θα πλεχτούν  έχουν πλεχτεί  είχαν πλεχτεί  θα έχουν   πλεχτεί  δροσίζουν








               θα πλέξετε  έχετε πλέξει   είχατε πλέξει  θα έχετε πλέξει   πλέκεστε  (πλέκεστε)  πλεκόσασταν, -αστε  πλεχτήκατε  πλεχτείτε  πλεχτείτε  θα πλέκεστε  θα πλεχτείτε  έχετε πλεχτεί  είχατε πλεχτεί  θα έχετε πλεχτεί  δροσίζετε








               θα πλέξουμε   έχουμε πλέξει   είχαμε πλέξει   θα έχουμε πλέξει   πλεκόμαστε  πλεκόμασταν, -αστε  πλεχτήκαμε  πλεχτούμε  θα πλεκόμαστε  θα πλεχτούμε  έχουμε πλεχτεί  είχαμε πλεχτεί  θα έχουμε πλεχτεί  δροσίζουμε









               θα πλέξει   έχει πλέξει   είχε πλέξει  θα έχει πλέξει  πλέκεται  πλεκόταν  πλέχτηκε  πλεχτεί  θα πλέκεται   θα πλεχτεί  έχει πλεχτεί  είχε πλεχτεί  θα έχει πλεχτεί  δροσίζει








               θα πλέξεις  έχεις πλέξει   είχες πλέξει   θα έχεις πλέξει   πλέκεσαι  (πλέκου)  πλεκόσουν   πλέχτηκες  πλεχτείς  πλέξου  θα πλέκεσαι  θα πλεχτείς  έχεις πλεχτεί  είχες πλεχτεί  θα έχεις πλεχτεί  δροσίζεις









               θα πλέξω  έχω πλέξει   (ή έχω πλεγμένο)  είχα πλέξει   (ή είχα πλεγμένο)  θα έχω πλέξει   (ή θα έχω πλεγμένο)  πλέκομαι  πλέκομαι  πλεκόμουν  πλέχτηκα  πλεχτώ  θα πλέκομαι  θα πλεχτώ  έχω πλεχτεί   (ή είμαι πλεγμένος)  πλεγμένος, -η, -ο  είχα πλεχτεί       (ή ήμουν πλεγμένος)  θα έχω πλεχτεί (ή θα   είμαι πλεγμένος)  Ρ4 δροσίζω  δροσίζω




                    ορ. / υπ.      ορ. / υπ.  προστ.  οριστ.  οριστ.  υποτ.  προστ.  ορ. / υπ.  μτχ.  ορ. / υπ.


               συνοπτ.   μέλλ.  πρκ.  υπερσ.  μέλλ.   συντελ.  ενεστ.  πρτ.  αόρ.   εξακολ.   μέλλ.  συνοπτ.   μέλλ.  πρκ.  υπερσ.  μέλλ.   συντελ.  ενεστ.




                                                  273





       10-0102-16,5X23,5.indd   273                                                  19/11/2015   2:09:45 µµ
   269   270   271   272   273   274   275   276   277   278   279