Page 12 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 12

άβουλος, -η, -ο   αυτός που δεν έχει δική του  Συνών.:  διστακτικός
               (Επίθετο, Ε2, έμψυχα)  θέληση,  αποφασιστικότητα   Οικογ. Λέξ.: άβουλα (επίρρ.)
               (ά-βου-λος)       και πρωτοβουλία:            Προσδιοριζ.: χαρακτήρας, πλά-
               [αρχ.  ἄβουλος  <   ►Στις  δύσκολες  στιγμές  είναι   σμα,  πλήθος
               ἀ στερ. + βουλὴ (=   συνήθως  άβουλος,  δεν  παίρνει
               γνώμη, σκέψη)]    αποφάσεις.

                αγανακτώ και     1.  (αμτβ.)  θυμώνω,  οργίζο-  Συνών:   δυσφορώ, εξοργίζομαι,
                  αγαναχτώ       μαι:  ►Οι  επιβάτες  αγανάκτη-  δυσανασχετώ (1)
                   (Ρήμα, Ρ6)    σαν από τη μεγάλη καθυστέρηση   Οικογ. Λέξ.: αγανάκτηση
               (ενεστ. α-γα-να-κτώ,  του αεροπλάνου.
               αόρ.   αγανάκτησα,   2. (μτβ.) εκνευρίζω, εξοργί-
               παθ.  μτχ.  αγανακτι-  ζω:  ►Μας  αγανάκτησε  με  την
               σμένος)
               [αρχ. ἀγανακτῶ]   αδικαιολόγητη επιμονή του.
                 αγγελία (η)     γραπτή  ή  προφορική  είδη-  Συνών.: γνωστοποίηση, ανακοί-
                (Ουσιαστικό, Ο19)  ση, μήνυμα, πληροφορία:   νωση
               (αγ-γε-λί-α)      ►Διάβασα με χαρά την αγγελία   Σύνθ.:  αγγελιοφόρος,  εξαγγε-
               [λόγ.  <  αρχ.  ἀγγε-  του γάμου σου.         λία,  παραγγελία,  προαναγγε-
               λία < ἄγγελος]                                λία, εισαγγελία
                                                             Οικογ. Λέξ: άγγελος, άγγελμα,
                                                             αγγελτήριο
                                                             Προσδιορ.:  έκτακτη,  επίσημη,
                                                             μικρή, χαρμόσυνη

                  αγέλη (η)      1.  κοπάδια  από  ζώα,  που  Συνών: μπουλούκι, μάζα (2)
                (Ουσιαστικό, Ο25)  ζουν ή βόσκουν μαζί: ►Τον
               (α-γέ-λη)         χειμώνα  οι  αγέλες  των  λύκων
               [λόγ. < αρχ. ἀγέλη   βρίσκουν πιο δύσκολα την τρο-
               < ἄγω (= οδηγώ)]  φή τους.



                                                  11





       10-0102-16,5X23,5.indd   11                                                   19/11/2015   2:09:18 µµ
   7   8   9   10   11   12   13   14   15   16   17