Page 17 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 17

αδίστακτος

                  αδίστακτος και    αυτός που δεν έχει ενδοια-  Αντίθ.: διστακτικός
                  αδίσταχτος, -η,   σμούς  και  ηθικούς  φραγ-  Οικογ. Λέξ.: αδίστακτα (επίρρ.)
                         -ο         μούς: ►Είναι αδίστακτος μπρο-  Προσδιοριζ.:  δολοφόνος,  απα-
                                                                τεώνας, εκμεταλλευτής
                    (Επίθετο, Ε2, έμ-  στά στην ικανοποίηση των προ-
                       ψυχα)        σωπικών φιλοδοξιών του.
                  (α-δί-στα-κτος)
                  [λόγ.  <  ελνστ.  ἀδί-
                  στακτος < ἀ στερ. +
                  διστάζω]
                   αδράνεια (η)     1.  έλλειψη  δραστηριοποίη-  Αντίθ.:  δράση,  δραστηριότητα,
                   (Ουσιαστικό, Ο20)  σης,  απραξία,  νωθρότητα:   ενεργητικότητα (1)
                  (α-δρά-νει-α, γεν.  ►Η  αδράνεια  της  άμυνας  οδή-  Συνών.: ακινησία, στασιμότητα
                  -ας, πληθ. - )    γησε στην ήττα της  ομάδας πο-  (1)
                  [αρχ.  ἀδράνεια  <   δοσφαίρου.               Οικογ. Λέξ.: αδρανώ, αδρανής,
                  ἀ στερ. + δρανὴς <                            αδρανώς  (επίρρ.),  αδρανοποίη-
                  δραίνω  < δρῶ]    2. (φυσ.)  η  ιδιότητα  των   ση
                                    υλικών  σωμάτων  να    δια-  Προσδιορ.:  εγκληματική,    ανε-
                                    τηρούν   την   κατάσταση  ξήγητη,  ασυγχώρητη,  αδικαιο-
                                    κίνησης  ή  ηρεμίας  στην  λόγητη,  πλήρης,  απόλυτη,  χα-
                                    οποία   βρίσκονται:   ►Το   ρακτηριστική (1)
                                    λεωφορείο  συνέχισε  για  λίγα
                                    μέτρα την κίνησή του λόγω της
                                    αδράνειας,  παρά  το  φρενάρισμα
                                    του οδηγού.

                  αειθαλής, -ής,    1.  που  έχει  φύλλα  χειμώνα  Αντίθ: φυλλοβόλος (1)
                        -ές         και καλοκαίρι: ►Η ελιά είναι   Συνών.:  θαλερός,  σφριγηλός,
                  (Επίθετο, Ε9, έμψυχα  αειθαλές δέντρο.        ακατάβλητος (2)
                  και άψυχα)        2. (μτφ.) αυτός που έχει ζω-  Προσδιοριζ.: φυτό, θάμνος, δέ-
                  (α-ει-θα-λής, γεν.  ντάνια,  ο  ακμαίος:  ►Παρά   ντρο (1)
                  -ούς, -ούς, -ούς,   την  προχωρημένη  ηλικία  του
                  πληθ. -είς, -είς, -ή)  παρέμεινε  αειθαλής  και  αγέρα-
                  [λόγ. ἀειθαλὴς
                  < ἀεὶ (= πάντα) +   στος.
                  θάλλω (= ανθίζω,
                  ακμάζω)]

                   αέρας και αγέ-   1.  το  μείγμα  των  αερίων  Σύνθ.:  αερολιμένας,  αεροσυνο-
                      ρας (ο)       που  περιβάλλει  τη  γη:  ►Ο   δός,  αεράμυνα,  αεροπειρατεία,
                                                                αεροφωτογραφία
                   (Ουσιαστικό, Ο1)  ατμοσφαιρικός  αέρας  περιέχει
                  (α-έ-ρας, γεν. -α,   κυρίως άζωτο και οξυγόνο.  Οικογ.  Λέξ.:  αέρινος,  αεράτος,
                                                                αέριος, αερίζω, αεράκι
                  πληθ. -ηδες)      2.  ο  άνεμος:  ►Σηκώθηκε  δυ-  Προσδιορ.: θαλασσινός, δροσε-
                  [μεσν. ἀέρας <    νατός αέρας και ξερίζωσε τα δέ-  ρός, παγερός, μολυσμένος, πεπι-
                  αρχ. ἀὴρ ]        ντρα.                       εσμένος (1, 2)




                                                     16





       10-0102-16,5X23,5.indd   16                                                   19/11/2015   2:09:19 µµ
   12   13   14   15   16   17   18   19   20   21   22