Page 15 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 15

αγωγός

                                    2. προσφυγή σε  δικαστήρια  Προσδιορ.:  κοινωνική,  κυκλο-
                                    για  δικαιώματα  που  έχουν  φοριακή,  ηθική,  θρησκευτική,
                                    παραβιαστεί:                ειδική,  αισθητική,  σεξουαλική
                                    ►Κατέθεσε αγωγή στο δικαστή-  (1)
                                    ριο για τα ενοίκια που του χρω-
                                    στούσαν.

                    αγωγός (ο)      1.  σωλήνας  ή  αυλάκι  μέσα  Σύνθ.:  πετρελαιαγωγός,  υδατα-
                   (Ουσιαστικό, Ο13)  από τον οποίο μεταφέρεται  γωγός
                  (α-γω-γός)        ή  διοχετεύεται  κάτι:  ►Το  Προσδιορ.:  εναέριος,  υπόγειος
                  [λόγ. < αρχ.      φυσικό  αέριο  μεταφέρεται  με  (1), καλός, κακός, ηλεκτρικός (2)
                  ἀγωγὸς < ἄγω (=   αγωγό.
                  οδηγώ)]           2.  (φυσ.)    υλικό  που  έχει  ή
                                    δεν  έχει  τη  δυνατότητα  να
                                    μεταφέρει  θερμική  ή  ηλε-
                                    κτρική  ενέργεια:  ►Το  ξύλο
                                    είναι  κακός  αγωγός  της  θερμό-
                                    τητας και του ηλεκτρισμού.
                     άδεια (η)      1.   η συγκατάθεση που δί-  Προσδιορ.:  αναρρωτική,  κανο-
                   (Ουσιαστικό, Ο20)  νεται  σε  κάποιον  να  κάνει  νική,  εκπαιδευτική  (3),  προφο-
                  (ά-δει-α)         κάτι: ►Για να πάω στη διήμερη  ρική, εικοσιτετράωρη (1, 3)
                  [αρχ. ἄδεια < ἀδεὴς  εκδρομή της τάξης μου, παίρνω
                  < ἀ στερ. + δέος (=  πρώτα  άδεια  από  τους  γονείς
                  φόβος)]           μου.
                                    2. έγγραφο  που δίνει το δι-
                                    καίωμα σε κάποιον να κά-
                                    νει  κάτι:    ►Έβγαλε  άδεια  για
                                    την ανέγερση πρώτης κατοικίας.
                                    3.  το  δικαίωμα  που  έχει
                                    κάποιος   να   απουσιάσει
                                    από  την  εργασία  του  για
                                    ένα   χρονικό   διάστημα:
                                    ►Κράτησε την άδειά του για τις
                                    καλοκαιρινές διακοπές.
                   αδέξιος, -α, -ο  αυτός  που δεν έχει την ικα-  Αντίθ.: επιδέξιος,  επιτήδειος
                  (Επίθετο, Ε4, έμψυχα  νότητα  να  κάνει  κάτι  σω-  Προσδιοριζ.:  οδηγός,  τεχνίτης,
                  και άψυχα)        στά, προσεκτικά και επιτυ-  χειρισμοί (οι), ενέργεια
                  (α-δέ-ξι-ος)      χημένα:  ►Ο  οδηγός  φάνηκε  Οικογ.  Λέξ.:  αδέξια  (επίρρ.),
                  [λόγ. < ελνστ.    αδέξιος,  χάνοντας  τον  έλεγχο  αδεξιότητα
                  ἀ-δέξιος < ἀ στερ.   του αυτοκινήτου σε μια απότομη
                  + δεξιὸς (= ικανός)]  στροφή του δρόμου.






                                                     14





       10-0102-16,5X23,5.indd   14                                                   19/11/2015   2:09:18 µµ
   10   11   12   13   14   15   16   17   18   19   20