Page 13 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 13

αγενής


                                    2. (μτφ.) πλήθος ανθρώπων
                                    που  παρασύρεται  εύκολα:
                                    ►Μερικές φορές το πλήθος  συ-
                                    μπεριφέρεται σαν αγέλη.

                  αγενής, -ής, -ές  αυτός  που  δεν  έχει  τρό-  Αντίθ.: ευγενικός
                  (Επίθετο, Ε9, έμψυχα)  πους καλής συμπεριφοράς:   Συνών: αδιάκριτος, αναιδής
                  (α-γε-νής, γεν. -ούς   ►Επειδή είναι αγενής, δεν κάνει   Οικογ.  Λέξ.:  αγενώς  (επίρρ.),
                  και -ή, -ούς και -ή,  εύκολα  φίλους.         αγένεια
                  -ούς και -ή, πληθ.
                  -είς, -είς, -ή)
                  [αρχ. ἀγενὴς < ἀ
                  στερ. + γένος]
                      αγνοώ         1.  (μτβ.)  δεν  ξέρω,  δε  γνω-  Αντίθ: γνωρίζω, είμαι ενήμερος
                      (Ρήμα, Ρ6)    ρίζω: ►Αγνοεί την ιστορία του   (1)
                  (ενεστ. α-γνο-ώ, αόρ.   τόπου του. ►Αγνοώ ποιος είναι   Οικογ. Λέξ.: άγνοια
                  αγνόησα, παθ. αόρ.   ο ιδιοκτήτης του διπλανού δια-  Φράσεις:  ►Αγνοείται  η  τύχη
                  αγνοήθηκα, παθ.   μερίσματος.  ►Αγνοούν  ότι  κα-  του (= δεν υπάρχουν γι’ αυτόν
                  μτχ. αγνοημένος)                              πληροφορίες)
                  [αρχ. ἀγνοῶ < ἀ   τάγονται από την ίδια περιοχή.
                  στερ. + γιγνώσκω]  2. (μτβ.) αδιαφορώ, δε δίνω
                                    σημασία,  περιφρονώ  κά-
                                    ποιον ή κάτι: ►Μας είδε χτες
                                    στην πλατεία, αλλά μας αγνόησε
                                    εντελώς.

                  άγνωστος, -η, -ο  αυτός που δεν τον ξέρουμε,  Αντίθ.: γνωστός
                  (Επίθετο, Ε2, έμψυχα  που δεν τον έχουμε ξαναδεί:   Συνών.:  ανεξακρίβωτος,  ανεπι-
                  και άψυχα)        ►Ρωτούσε πληροφορίες για κά-  βεβαίωτος
                  (ά-γνω-στος)      ποιον άνθρωπο, που ήταν άγνω-  Προσδιοριζ.: περιβάλλον, αίτια
                  [αρχ. ἄγνωστος < α   στος στο χωριό μας.      (τα), παράγοντας, πτυχή, προέ-
                  στερ. + γνωστὸς]                              λευση, πηγή
                                                                Φράσεις:  ►Ἄγνωστοι  αἱ  βου-
                                                                λαὶ  τοῦ  Ὑψίστου  (=  όταν  κάτι
                                                                εξαρτάται  από  απροσδιόρι-
                                                                στους  παράγοντες)  ►Άγνωστο
                                                                κείμενο (= αδίδακτο κείμενο)


                     αγορά (η)      1.  η  απόκτηση  αγαθών  με  Αντίθ.: πώληση (1)
                   (Ουσιαστικό, Ο18)  χρήματα:  ►Η αγορά των επί-  Συνών.:  προμήθεια  (1),  παζάρι
                  (α-γο-ρά)         πλων του σπιτιού μας  έγινε με   (2)
                  [αρχ. ἀγορὰ <     δόσεις.                     Σύνθ.:  λαχαναγορά,  ψαραγο-
                  ἀγείρω (= συνα-                               ρά, κτηματαγορά, αγορανομία,
                  θροίζω)]                                      αγοραπωλησία





                                                     12





       10-0102-16,5X23,5.indd   12                                                   19/11/2015   2:09:18 µµ
   8   9   10   11   12   13   14   15   16   17   18