Page 14 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 14

αγωγή


                                 2. καθορισμένος χώρος και  Οικογ.  Λέξ.:  αγοράζω,  αγορα-
                                 τόπος  στον  οποίο  γίνονται   στής, αγοραστός, αγορεύω, αγό-
                                 αγοραπωλησίες: ►Όλη η  οι-  ρευση
                                 κογένεια  επισκέφτηκε  τη  λαϊκή   Προσδιορ.: φτηνή, ακριβή, χρη-
                                 αγορά της πόλης.            ματιστηριακή  (1,  2),  λαχειοφό-
                                                             ρος  (1), λαϊκή (2)
                                                             Φράσεις:  ►Μαύρη  αγορά  (=
                                                             για παράνομη πώληση)




                  αγορεύω        (αμτβ.) μιλώ σε δημόσια συ-  Σύνθ.: απαγορεύω, αναγορεύω,
                   (Ρήμα, Ρ2)    γκέντρωση, βγάζω λόγο:      υπαγορεύω
               (ενεστ. α-γο-ρεύ-ω,   ► Ο δικηγόρος αγόρευε για δύο   Οικογ.  Λέξ.:  αγορά,  αγορητής,
               αόρ. αγόρευσα)    ολόκληρες  ώρες  στην  αίθουσα   αγόρευση
               [λόγ. < αρχ. ἀγο-
               ρεύω < ἀγορὰ]     του δικαστηρίου.
               αγροίκος, -α, -ο  αυτός  που  συμπεριφέρεται  Συνών.:  τραχύς
               (Επίθετο, Ε3, έμψυ-  με  άσχημο  τρόπο,  ο  άξε-
               χα)               στος,  ο ακαλλιέργητος:
               (αγ-ροί-κος)      ►Είναι αγροίκος και προσβάλλει
               [αρχ. ἀγροῖκος  <   συνεχώς τους άλλους.
               ἀγρὸς + οἶκος]

                  αγρός (ο)      χωράφι, καλλιεργήσιμη γη:  Συνών.: κτήμα
                (Ουσιαστικό, Ο13)  ►Στη  Θεσσαλία  καλλιεργούν   Σύνθ.: αγροφύλακας, αγρόκτη-
               (α-γρός)          απέραντους αγρούς με σιτηρά.  μα,  αγροτεμάχιο, αγρανάπαυ-
               [αρχ. ἀγρὸς]                                  ση (= σκόπιμη διακοπή της καλ-
                                                             λιέργειας ενός αγρού)
                                                             Οικογ. Λέξ.: αγρότης,  αγροτιά,
                                                             αγροτικός

                  άγχος (το)     αγωνία, ανησυχία, ανασφά-   Οικογ. Λέξ.: αγχώνω, αγχώδης,
                (Ουσιαστικό, Ο37)  λεια: ►Είχα πολύ μεγάλο άγχος   αγχωτικός
               (άγ-χος, γεν. -ους,   για τα αποτελέσματα των ιατρι-  Προσδιορ.:  ψυχοφθόρο,  καθη-
               πληθ. -η)         κών εξετάσεων.              μερινό, έντονο
               [λόγ. ἄγχος <
               ἄγχω (= πνίγω)]

                  αγωγή (η)      1.  η  καθοδήγηση  των  μι-  Συνών.: διαπαιδαγώγηση,   παι-
               (Ουσιαστικό, Ο24)  κροτέρων  από    τους  μεγα-  δεία (1)
               (α-γω-γή)         λυτέρους,  η  ανατροφή,  η   Σύνθ.:  καταγωγή,  παραγωγή,
               [λόγ. < αρχ.      εκπαίδευση: ►Η  αγωγή και η   αναγωγή,  προαγωγή, διαγωγή,
               ἀγωγὴ < ἄγω (=    μόρφωση  των  νέων  αποτελούν   συναγωγή, προσαγωγή
               οδηγώ)]           υποχρέωση κάθε πολιτείας.






                                                  13





       10-0102-16,5X23,5.indd   13                                                   19/11/2015   2:09:18 µµ
   9   10   11   12   13   14   15   16   17   18   19