Page 16 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 16

αδιάσειστος

                  αδημονώ        (μτβ.)  περιμένω  με  αγωνία  Συνών.: ανησυχώ, λαχταρώ
                   (Ρήμα, Ρ6)    και  ανησυχία,  ανυπομονώ:  Οικογ. Λέξ.: αδημονία
               (ενεστ. α-δη-μο-νώ,   ►Αδημονούσε    να  ξαναδεί  και
               πρτ. αδημονούσα,   να φιλήσει το χώμα της πατρί-
               μτχ. ενεργ. ενεστ.
               αδημονώντας)      δας, ύστερα από τριάντα χρόνια
               [αρχ. ἀδημονῶ <   που βρισκόταν στην ξενιτιά.
               ἀδήμων (= ανήσυ-
               χος)]

                 αδιάβλητος,     αυτός    που  δεν μπορεί να  Αντίθ.: διαβλητός
                     -η -ο       κατηγορηθεί για έλλειψη τι-  Συνών.: άμεμπτος, άψογος
               (Επίθετο, Ε2, έμψυχα  μιότητας και αμεροληψίας :   Προσδιοριζ.: διαδικασίες (οι),
               και άψυχα)        ► Πρόκειται για έναν έντιμο και   διαγωνισμός, χαρακτήρας,
               (α-διά-βλη-τος)   αδιάβλητο δικαστή.          εκλογές (οι)
               [λόγ.  <  αρχ.  ἀδιά-
               βλητος  <  ἀ  στερ.
               +  διαβλητὸς  <  δια-
               βάλλω  (= συκοφα-
               ντώ)]
                αδιάκοπος, -η,   που  συμβαίνει  συνέχεια,  Οικογ. Λέξ.: αδιάκοπα (επίρρ.)
                      -ο         ασταμάτητος: ►Για να επιτύ-  Προσδιοριζ.:  αγώνας,  προσπά-
               (Επίθετο, Ε2, άψυχα)  χεις  τον  σκοπό  σου,  πρέπει  να   θεια, επιμονή, βροχή
               (α-διά-κο-πος)    καταβάλεις  αδιάκοπες  προσπά-
               [λόγ. < ελνστ.    θειες.
               ἀδιά-κοπος < ἀ
               στερ. + διακόπτω]
                αδιαλλαξία (η)   η  απροθυμία  για  οποιαδή-  Αντίθ.: διαλλακτικότητα, μετρι-
                (Ουσιαστικό, Ο19)  ποτε   συνεννόηση και συμ-  οπάθεια
               (α-διαλ-λα-ξί-α,   βιβασμό:  ►Στις  συνομιλίες   Συνών.: ισχυρογνωμοσύνη
               γεν. -ας, πληθ.  – )  των  δύο  πλευρών  κυριάρχησαν   Οικογ. Λέξ.: αδιάλλακτος, αδι-
               [λόγ. ἀδιαλλαξία <   η αδιαλλαξία και η άρνηση.   άλλακτα (επίρρ.)
               ἀ στερ. + διαλλάσ-                            Προσδιορ.:    ανεξήγητη,    προ-
               σομαι (= συμφιλι-                             κλητική
               ώνομαι)]

                αδιάσειστος,     ακλόνητος,   ατράνταχτος:  Συνών.: ακράδαντος
                    -η, -ο       ►Ο κατηγορούμενος υποστήρι-  Οικογ. Λέξ.: αδιάσειστα (επίρρ.)
               (Επίθετο, Ε2, άψυχα)  ξε την αθωότητά του με αδιάσει-  Προσδιοριζ.:  απόδειξη,  τεκμή-
               (α-διά-σει-στος)  στα επιχειρήματα.           ριο, μαρτυρία,  στοιχείο
               [λόγ. < ελνστ. ἀδι-
               άσειστος < ἀ στερ.
               + διασείω (= κλο-
               νίζω)]




                                                  15





       10-0102-16,5X23,5.indd   15                                                   19/11/2015   2:09:19 µµ
   11   12   13   14   15   16   17   18   19   20   21