Page 271 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 271

δένουν  έδεναν  έδεσαν  δέσουν  θα δένουν  θα δέσουν  έχουν δέσει  είχαν δέσει  θα έχουν δέσει  δένονται  δένονταν  δέθηκαν  δεθούν  θα δένονται








                           δένετε  δένετε  δένατε  δέσατε  δέσετε  δέστε  θα δένετε  θα δέσετε  έχετε δέσει  είχατε δέσει  θα έχετε δέσει  δένεστε  (δένεστε)  δενόσασταν, -αστε  δεθήκατε  δεθείτε  δεθείτε  θα δένεστε








                           δένουμε  δέναμε  δέσαμε  δέσουμε  θα δένουμε   θα δέσουμε  έχουμε δέσει  είχαμε δέσει   θα έχουμε δέσει  δενόμαστε  δενόμασταν, -αστε  δεθήκαμε  δεθούμε  θα δενόμαστε









                           δένει   έδενε  έδεσε  δέσει  θα δένει  θα δέσει  έχει δέσει  είχε δέσει  θα έχει δέσει  δένεται  δενόταν  δέθηκε  δεθεί  θα δένεται








                           δένεις  δένε  έδενες  έδεσες  δέσεις  δέσε  θα δένεις  θα δέσεις  έχεις δέσει  είχες δέσει  θα έχεις δέσει   δένεσαι  (δένου)  δενόσουν   δέθηκες  δεθείς  δέσου  θα δένεσαι









                           δένω  δένοντας  έδενα  έδεσα  δέσω  θα δένω  θα δέσω  έχω δέσει                (ή έχω δεμένο)  είχα δέσει   (ή είχα δεμένο)  θα έχω δέσει   (ή  θα έχω δεμένο)  δένομαι  δένομαι  δενόμουν   δέθηκα  δεθώ  θα δένομαι


                           ορ. / υπ.  προστ.  μτχ.  οριστ.  οριστ.  υποτ.  προστ.  ορ. / υπ.  ορ. / υπ.  προστ.  οριστ.  οριστ.  υποτ.  προστ.



                           ενεστ.  πρτ.  αόρ.   εξακολ.   μέλλ.  συνοπτ.   μέλλ.  πρκ.  υπερσ.  μέλλ.   συντελ.  ενεστ.  πρτ.  αόρ.   εξακολ.   μέλλ.



                                                    270





       10-0102-16,5X23,5.indd   270                                                  19/11/2015   2:09:45 µµ
   266   267   268   269   270   271   272   273   274   275   276