Page 272 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 272
θα δεθούν έχουν δεθεί είχαν δεθεί θα έχουν δεθεί κρύβουν έκρυβαν έκρυψαν κρύψουν θα κρύβουν θα κρύψουν έχουν κρύψει είχαν κρύψει θα έχουν κρύψει κρύβονται
θα δεθείτε έχετε δεθεί είχατε δεθεί θα έχετε δεθεί κρύβετε κρύβετε κρύβατε κρύψατε κρύψετε κρύψτε θα κρύβετε θα κρύψετε έχετε κρύψει είχατε κρύψει θα έχετε κρύψει κρύβεστε
θα δεθούμε έχουμε δεθεί είχαμε δεθεί θα έχουμε δεθεί κρύβουμε κρύβαμε κρύψαμε κρύψουμε θα κρύβουμε θα κρύψουμε έχουμε κρύψει είχαμε κρύψει θα έχουμε κρύψει κρυβόμαστε
θα δεθεί έχει δεθεί είχε δεθεί θα έχει δεθεί κρύβει κρύβε έκρυβε έκρυψε κρύψει θα κρύβει θα κρύψει έχει κρύψει είχε κρύψει θα έχει κρύψει κρύβεται
θα δεθείς έχεις δεθεί είχες δεθεί θα έχεις δεθεί κρύβεις έκρυβες έκρυψες κρύψεις κρύψε θα κρύβεις θα κρύψεις έχεις κρύψει είχες κρύψει θα έχεις κρύψει κρύβεσαι
έχω δεθεί (ή είμαι δεμένος) δεμένος, -η, -ο είχα δεθεί (ή ήμουν δεμένος) θα έχω δεθεί (ή θα είμαι δεμένος) Ρ2 κρύβω έχω κρύψει (ή έχω είχα κρύψει (ή είχα θα έχω κρύψει (ή θα έχω κρυμμένο)
θα δεθώ κρύβω κρύβοντας έκρυβα έκρυψα κρύψω θα κρύβω θα κρύψω κρυμμένο) κρυμμένο) κρύβομαι κρύβομαι
ορ. / υπ. μτχ. ορ. / υπ. προστ. μτχ. οριστ. οριστ. υποτ. προστ. ορ. / υπ. ορ. / υπ.
συνοπτ. μέλλ. πρκ. υπερσ. μέλλ. συντελ. ενεστ. πρτ. αόρ. εξακολ. μέλλ. συνοπτ. μέλλ. πρκ. υπερσ. μέλλ. συντελ. ενεστ.
271
10-0102-16,5X23,5.indd 271 19/11/2015 2:09:45 µµ

