Page 273 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 273
κρύβονταν κρύφτηκαν κρυφτούν θα κρύβονται θα κρυφτούν έχουν κρυφτεί είχαν κρυφτεί θα έχουν κρυφτεί πλέκουν έπλεκαν έπλεξαν πλέξουν θα πλέκουν
(κρύβεστε) κρυβόσασταν, -αστε κρυφτήκατε κρυφτείτε κρυφτείτε θα κρύβεστε θα κρυφτείτε έχετε κρυφτεί είχατε κρυφτεί θα έχετε κρυφτεί πλέκετε πλέκετε πλέκατε πλέξατε πλέξετε πλέξτε θα πλέκετε
κρυβόμασταν, -αστε κρυφτήκαμε κρυφτούμε θα κρυβόμαστε θα κρυφτούμε έχουμε κρυφτεί είχαμε κρυφτεί θα έχουμε κρυφτεί πλέκουμε πλέκαμε πλέξαμε πλέξουμε θα πλέκουμε
κρυβόταν κρύφτηκε κρυφτεί θα κρύβεται θα κρυφτεί έχει κρυφτεί είχε κρυφτεί θα έχει κρυφτεί πλέκει έπλεκε έπλεξε πλέξει θα πλέκει
(κρύβου) κρυβόσουν κρύφτηκες κρυφτείς κρύψου θα κρύβεσαι θα κρυφτείς έχεις κρυφτεί είχες κρυφτεί θα έχεις κρυφτεί πλέκεις πλέκε έπλεκες έπλεξες πλέξεις πλέξε θα πλέκεις
κρυβόμουν κρύφτηκα κρυφτώ θα κρύβομαι θα κρυφτώ έχω κρυφτεί (ή είμαι κρυμμένος) κρυμμένος, -η, -ο είχα κρυφτεί (ή ήμουν κρυμμένος) θα έχω κρυφτεί (ή θα είμαι κρυμμένος) Ρ3 πλέκω πλέκω πλέκοντας έπλεκα έπλεξα πλέξω θα πλέκω
προστ. οριστ. οριστ. υποτ. προστ. ορ. / υπ. μτχ. ορ. / υπ. προστ. μτχ. οριστ. οριστ. υποτ. προστ.
πρτ. αόρ. εξακολ. μέλλ. συνοπτ. μέλλ. πρκ. υπερσ. μέλλ. συντελ. ενεστ. πρτ. αόρ. εξακολ. μέλλ.
272
10-0102-16,5X23,5.indd 272 19/11/2015 2:09:45 µµ

