Page 18 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 18

αίγλη

                                 3. (μτφ.)  άνεση,  ικανότητα,  Φράσεις:  ►Λόγια  του  αέρα  (=
                                 ευχέρεια:  ►  Ανέβηκε  στην   για  λόγια  που  δεν  έχουν  αξία)
                                 έδρα με τον αέρα ενός ανθρώπου   ►Του πήρε τον αέρα (= τον κά-
                                 που ξέρει πολύ καλά τη δουλειά   νει  ό,τι  θέλει)  ►Πιάνει  πουλιά
                                 του.                        στον αέρα (= είναι πανέξυπνος)
                                                             ►Πήραν τα μυαλά του αέρα (=
                                                             αποθρασύνθηκε)

               αήττητος, -η, -ο  αυτός    που  δε  νικήθηκε  ή  Αντίθ.: ηττημένος, νικημένος
               (Επίθετο, Ε2, έμψυχα  δεν  μπορεί  να  νικηθεί  από   Συνών.:  ακαταμάχητος,  ανίκη-
               και άψυχα)        κάποιον:   ►Ο  αθλητής  της   τος
               (α-ήτ-τη-τος)     πυγμαχίας  εμφανίστηκε  αήττη-  Οικογ. Λέξ.: αήττητα (επίρρ.)
               [λόγ. < αρχ. ἀήτ-                             Προσδιοριζ.:  ομάδα,  αθλητής,
               τητος < ἀ στερ. +   τος στο αγώνισμά του.     στρατός, στόλος
               ἡττῶμαι (= νικιέ-
               μαι)]
                  άθλος (ο)      σπουδαίο  κατόρθωμα,  κο-   Σύνθ.:  αθλοπαιδιά,    αθλοθέτης
                (Ουσιαστικό, Ο14)  πιαστική προσπάθεια, αγώ-  (= αυτός που ορίζει το βραβείο),
               (ά-θλος, γεν. -ου,   νας: ►Η επίδοση  του  αθλητή   πένταθλο, δέκαθλο
               πληθ. -οι)        της σφαίρας αποτελεί  πραγματι-  Οικογ. Λέξ.: αθλούμαι, άθλημα,
               [λόγ. < αρχ. ἆθλος]  κό άθλο. ►Οι δώδεκα άθλοι του   αθλητής, αθλητικός, άθληση
                                 Ηρακλή  είναι  γνωστοί  από  τη   Προσδιορ.:  οικονομικός,  επι-
                                                             στημονικός
                                 μυθολογία.

                αθώος, -α, -ο    1.  αυτός  που  θεωρείται  ή  Αντίθ.: ένοχος (1)
                 (Επίθετο, Ε3, έμψυ-  αποδεικνύεται  ότι  τελικά   Συνών: απονήρευτος,   άκακος
                                                             (2), αβλαβής (3)
               χα και άψυχα)     δεν έκανε αυτό για το οποίο   Οικογ. Λέξ.: αθώα (επίρρ.), αθω-
               (α-θώ-ος)         κατηγορείται:  ►Οι  κατηγο-
               [αρχ. ἀθῶος]      ρούμενοι κρίθηκαν αθώοι από το   ώνω, αθώωση, αθωότητα, αθωω-
                                                             τικός
                                 δικαστήριο.
                                 2.  αυτός  που  δεν  έχει  πο-
                                 νηριά,  ο αγνός:  ►Ήταν ένα
                                 αθώο παιδί, γι’ αυτό παρασύρθη-
                                 κε από τις κακές παρέες.
                                 3.  ακίνδυνος:  ►Το  κάπνισμα
                                 ποτέ δεν είναι αθώο, γιατί βλά-
                                 πτει σοβαρά την υγεία.
                  αίγλη (η)      φήμη, δόξα, λάμψη:  ►Η πα-  Συνών.:  γόητρο,  ακτινοβολία,
                (Ουσιαστικό, Ο25)  ρουσία πολλών επισήμων έδωσε   μεγαλοπρέπεια
               (αί-γλη, γεν. -ης,   ξεχωριστή αίγλη στην εκδήλω-  Οικογ. Λέξ.: Αγλαΐα
               πληθ. - )         ση.                         Προσδιορ.: αιώνια,   ξεχωριστή,
               [λόγ. < αρχ. αἴγλη]                           εξαιρετική



                                                  17





       10-0102-16,5X23,5.indd   17                                                   19/11/2015   2:09:19 µµ
   13   14   15   16   17   18   19   20   21   22   23