Page 252 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 252
ωδείο (το) 1. σχολή όπου διδάσκε- Οικογ. Λέξ.: ωδή, ωδικός
(Ουσιαστικό, Ο32) ται μουσική: ►Κάνει πέντε Προσδιορ.: κρατικό, ιδιωτικό,
(ω-δεί-ο) χρόνια μαθήματα πιάνου στο Δημοτικό, Εθνικό (1)
[λόγ. < αρχ. ὠδεῖον < Δημοτικό Ωδείο.
ὠδὴ (= τραγούδι)] 2. (στην αρχαιότητα) οι-
κοδόμημα που έμοιαζε με
θέατρο και χρησίμευε για
μουσικές εκδηλώσεις: ►Το
Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού
βρίσκεται στην Ακρόπολη των
Αθηνών.
ώθηση (η) 1. σπρώξιμο: ►Κάθε σώμα Οικογ. Λέξ.: ωθώ, ωθητικός
(Ουσιαστικό, Ο25) που βυθίζεται στο νερό δέχεται
(ώ-θη-ση, γεν. -ης, μια ώθηση προς τα επάνω.
-ήσεως, πληθ. -ήσεις) 2. (μτφ.) παρακίνηση για
[λόγ. < ελνστ. ὤθη- δράση, παρότρυνση, ενθάρ-
σις < ὠθῶ] ρυνση: ►Οι νέες τεχνολογίες
στη γεωργία έδωσαν ώθηση
στη βελτίωση της παραγωγής.
ωκεανός (ο) 1. μεγάλη θαλάσσια έκτα- Σύνθ.: ωκεανογράφος, ωκεα-
(Ουσιαστικό, Ο13) ση που διαχωρίζει τις νογραφία, ωκεανολογία
(ω-κε-α-νός) ηπείρους: ►Οι Ωκεανοί είναι Οικογ. Λέξ.: ωκεάνιος, Ωκεανία
[λόγ. < ελνστ. ὠκε- πέντε: Ατλαντικός, Ειρηνικός, (= Αυστραλία και Ν. Ζηλανδία)
ανὸς (= η μεγάλη Νότιος Παγωμένος, Αρκτικός Φράσεις: ►Σταγόνα στον ωκε-
εξωτερική θάλασ- και Ινδικός. ανό (= για κάτι εντελώς ασήμα-
σα)] ντο)
2. (μτφ.) καθετί απέρα-
ντο και αχανές: ►Το διαδί-
κτυο προσφέρει έναν ωκεανό
γνώσεων σε όποιον ξέρει να το
αξιοποιήσει.
251
10-0102-16,5X23,5.indd 251 19/11/2015 2:09:42 µµ

