Page 247 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 247
χωρίζω
2. περιοχή του ανθρώπινου
σώματος: ►Έχει ενοχλήσεις
στην κοιλιακή χώρα.
3. πρωτεύουσα νησιού: ►Το
λιμάνι του νησιού βρίσκεται στη
Χώρα.
χωρίζω 1. (μτβ.) βάζω κάτι χωριστά Αντίθ. ανακατεύω (1), ενώνω
(Ρήμα, Ρ4) από κάτι άλλο, ξεχωρίζω: (2), συνενώνω (1, 2)
(ενεστ. χω-ρί-ζω, ►Χωρίζω τα ώριμα από τα άγου- Συνών.: ξεχωρίζω, διαχωρίζω
αόρ. χώρισα, παθ. ρα φρούτα. (1), διαμοιράζω, κατανέμω (2)
αόρ. χωρίστηκα, παθ. 2. (μτβ.) μοιράζω κάτι, διαι- Σύνθ.: καταχωρίζω, αποχωρίζω,
μτχ. χωρισμένος) ξεχωρίζω, διαχωρίζω
[αρχ. χωρίζω < χω- ρώ: ►Χώρισαν την κληρονομιά Οικογ. Λέξ.: χώρισμα, χωρι-
ρίς] σε τέσσερα ίσα μέρη. σμός, χωριστός
3. (αμτβ.) διαλύω τον γάμο: Φράσεις: ►Χωρίζουν οι δρόμοι
►Ήταν παντρεμένοι για πολλά μας (= αποχωριζόμαστε ανα-
χρόνια αλλά χώρισαν. γκαστικά)
4. (αμτβ.) διακόπτω τη συ-
νεργασία μου με κάποιον:
►Παλιότερα ήταν συνέταιροι
στην επιχείρηση, αλλά στη συ-
νέχεια χώρισαν.
χωριό (το) 1. οικισμός μικρότερος από Σύνθ.: κεφαλοχώρι
(Ουσιαστικό, Ο31) την πόλη και την κωμόπο- Οικογ. Λέξ.: χωρικός, χωριάτης,
(χω-ριό) λη με λιγότερους από 2000 χωριανός
[μεσν. χωριὸν < κατοίκους: ►Αρκετά ορεινά Προσδιορ.: απομονωμένο, απο-
αρχ. χωρίον < χῶ- χωριά της Πίνδου μένουν τον κλεισμένο, γραφικό, ορεινό, πα-
ρος] χειμώνα χωρίς κατοίκους. ραθαλάσσιο, πεδινό (1)
Φράσεις: ►Δεν κάνουμε χωριό
2. το σύνολο των κατοίκων (= δεν ταιριάζουμε) ►Γίναμε
του χωριού: ►Στο πανηγύρι από δυο χωριά (= μαλώσαμε)
συμμετείχε όλο το χωριό. ►Όνομα και μη χωριό (= για
κάποιον που δε θέλουμε να τον
κατονομάσουμε)
χώρος (ο) 1. τόπος, μέρος που κατα- Συνών.: κλάδος (3)
(Ουσιαστικό, Ο14) λαμβάνει κάτι: ►Η τραπεζα- Σύνθ.: χωροταξικός, χωροφυλα-
(χώ-ρος, γεν. -ου, ρία καταλαμβάνει τον μεγαλύτε- κή, ευρύχωρος
πληθ. -οι) ρο χώρο του σπιτιού. Οικογ. Λέξ.: χωρώ, χώρα, χωριό
[αρχ. χῶρος] 2. ελεύθερη έκταση για Προσδιορ.: ακάλυπτος, κοινό-
ορισμένη χρήση: ►Στις με- χρηστος (1, 2)
Φράσεις: ►Ζωτικός χώρος
γάλες πόλεις δεν υπάρχουν
246
10-0102-16,5X23,5.indd 246 19/11/2015 2:09:41 µµ

