Page 249 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 249
ψάρι (το) σπονδυλωτό ζώο που ζει Συνών.: ιχθύς
(Ουσιαστικό, Ο36) στο νερό, αναπνέει με βράγ- Σύνθ.: ψαραγορά, ψαρόβαρκα,
(ψά-ρι) χια, έχει λέπια και αποτελεί ψαρονέφρι, ψαροταβέρνα, ψα-
[μεσν. < αρχ. ὀψά- μία από τις βασικές τροφές ρόσουπα, σκυλόψαρο
ριον < ὄψον (= προ- του ανθρώπου: ►Εκτός από Οικογ. Λέξ.: ψαράς, ψαριά, ψά-
σφάγι)] τα θαλασσινά ψάρια υπάρχουν ρεμα, ψαρεύω, ψαράδικο
Προσδιορ.: πελαγίσιο, σπαρτα-
και τα ψάρια του γλυκού νερού. ριστό
Φράσεις: ►Ψήνω το ψάρι στα
χείλη (= βασανίζω, ταλαιπωρώ)
►Σαν το ψάρι έξω απ’ το νερό
(= για κάποιον που αισθάνεται
ότι βρίσκεται έξω απ’ το περι-
βάλλον του)
Παροιμ.: ►Το μεγάλο ψάρι
τρώει το μικρό
ψάχνω 1. (μτβ.) προσπαθώ να βρω Αντίθ.: βρίσκω (1)
(Ρήμα, Ρ1) κάτι, γυρεύω: ►Ψάχνει να Συνών.: αναζητώ (1, 3)
(ενεστ. ψά-χνω, αόρ. βρει την καταγωγή του παππού Οικογ. Λέξ.: ψάξιμο
έψαξα, παθ. αόρ. του. Φράσεις: ►Ψάχνω με το κερί
ψάχτηκα, παθ. μτχ. 2. (μτβ.) κάνω σωματική (= αναζητώ επίμονα) ►Ψάχνω
ψαγμένος) έρευνα σε κάποιον: ►Τον ψύλλους στ’ άχυρα (= για κάτι
[μεσν. ψάχνω < που είναι αδύνατο να βρεθεί)
αρχ. ψαύω (= ψη- έψαξαν και βρήκαν επάνω του ►Στον ουρανό σ’ έψαχνα και
λαφώ)] πολλά χρήματα. στη γη σε βρήκα (= για κάποιον
3. (αμτβ.) (μέσ.) προβληματί- που τον βρίσκεις εκεί που δεν το
ζομαι: ►Ακόμα ψάχνεται, γι’ περιμένεις)
αυτό που θέλει τελικά να κάνει.
248
10-0102-16,5X23,5.indd 248 19/11/2015 2:09:41 µµ

