Page 254 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 254

ωχρός

                ωτορινολαρυγ-     ο  γιατρός  που  ασχολείται  Συνών.:  ωριλά  (<  ωτορινολα-
                  γολόγος (ο)     με  τις  παθήσεις  των  αυ-  ρυγγολόγος)
                 (Ουσιαστικό, Ο14)  τιών,  της  μύτης  και  του   Οικογ. Λέξ.: ωτορινολαρυγγο-
               (ω-το-ρι-νο-λα-ρυγ-  λάρυγγα:  ►Επισκέφτηκε  τον   λογία
               γο-λό-γος)         ωτορινολαρυγγολόγο, γιατί πο-
               [λόγ. < γαλλ.      νούσε έντονα το αυτί του.
               otorhinolaryngologie
               < αρχ. ὦτα +  ῥὶς (=
               μύτη) + λάρυξ (= λά-
               ρυγγας)]





                ωφέλιμος -η, -ο    αυτός  που  είναι  προς  το  Αντίθ.: ανώφελος, άχρηστος
               (Επίθετο,  Ε2,  έμψυχα  καλό  ή    το  συμφέρον  κά-  Συνών.: επωφελής,  χρήσιμος
               και άψυχα)         ποιου: ►Τα φρούτα και τα λα-  Οικογ.  Λέξ.:  ωφελώ,  ωφέλεια,
               (ω-φέ-λι-μος)      χανικά  είναι  ωφέλιμα  για  την   ωφέλημα, ωφελιμισμός, ωφελι-
               [αρχ.  ὠφέλιμος  <   υγεία του ανθρώπου.      μότητα
               ὠφελῶ]                                        Προσδιοριζ.:  βιβλίο,  φορτίο,
                                                             ενέργεια
                                                             Φράσεις:  ►Το  τερπνόν  μετά
                                                             του  ωφελίμου  (=  για  κάτι  ευ-
                                                             χάριστο  και  χρήσιμο  μαζί)
                                                             ►Ωφέλιμο φορτίο (= το βάρος
                                                             που  επιτρέπεται  να  μεταφέρει
                                                             ένα μεταφορικό μέσο)
                 ωχρός -ή, -ό       αυτός  που  έχει  το  χρώμα  Συνών.: κίτρινος
               (Επίθετο,  Ε2,  έμψυχα  της  ώχρας,  κιτρινωπός,   Σύνθ.:  κάτωχρος,  ωχροπρόσω-
               και άψυχα)         χλωμός,  άτονος:   ►Έγινε   πος
               (ώ-χρός)           ωχρός από τον φόβο που πήρε.  Οικογ. Λέξ.: ώχρα, ωχριώ
               [λόγ. < αρχ. ὠχρὸς]                           Προσδιοριζ.: πρόσωπο






















                                                  253





       10-0102-16,5X23,5.indd   253                                                  19/11/2015   2:09:42 µµ
   249   250   251   252   253   254   255   256   257   258   259