Page 250 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 250

ψυχή

                   ψελλίζω       (μτβ.) μιλώ με δυσκολία είτε  Οικογ. Λέξ.: ψέλλισμα
                   (Ρήμα, Ρ4)    από φυσική διαταραχή είτε
               (ενεστ.   ψελ-λί-ζω,   από  φόβο,  τραυλίζω:  ►Από
               αόρ. ψέλλισα)     την  ταραχή  του  ψέλλισε  μόνο
               [λόγ.  < αρχ. ψελλί-  μερικές  λέξεις.
               ζω ( = τραυλίζω) <
               ψελλὸς]

                  ψέμα (το)      καθετί   που   δεν   είναι  Αντίθ. αλήθεια
                (Ουσιαστικό, Ο39)  α-ληθινό  ή  πραγματικό:  Συνών.: ψευτιά, ψεύδος
               (ψέ-μα,  γεν.  -ατος,   ►Κανείς  δεν  τον  εμπιστεύεται,   Προσδιορ.:  αθώο,  πρωταπρι-
               πληθ. -ατα)       γιατί λέει συνεχώς ψέματα.  λιάτικο, χοντρό
               [μεσν. ψέμα <                                 Φράσεις:  ►Τελείωσαν  τα  ψέ-
               ελνστ. ψεῦμα <                                ματα  (=  δεν  υπάρχουν  άλλα
               αρχ. ψεῦσμα]                                  περιθώρια) ►Μου φαίνεται σαν
                                                             ψέμα (= για κάτι που δεν το πε-
                                                             ρίμενα)

                   ψηφίζω        1.  (μτβ.)  δηλώνω  την  προ-  Αντίθ. καταψηφίζω (3)
                   (Ρήμα, Ρ4)    τίμησή μου για την εκλογή   Συνών.: υπερψηφίζω (1)
               (ενεστ. ψη-φί-ζω,    κάποιου σε μία θέση:  ►Τον   Σύνθ.:  υπερψηφίζω,    καταψη-
               αόρ. ψήφισα, παθ.   ψήφισαν πάλι για δήμαρχο της   φίζω
               αόρ. ψηφίστηκα,   πόλης.                      Οικογ.  Λέξ.:  ψήφος,  ψήφιση,
               παθ. μτχ. ψηφισμέ-  2.  (αμτβ.)  ασκώ  το  εκλογι-  ψήφισμα
               νος)                                          Φράσεις:  ►Ψηφίζω  με  τα  δυο
               [λόγ.  <  αρχ.  ψηφί-  κό  μου  δικαίωμα:  ►Για  να   χέρια  (=  δείχνω  την  απόλυτη
               ζω < ψῆφος]       ψηφίσει κάποιος, πρέπει να έχει   υποστήριξη σε υποψήφιο ή κόμ-
                                 συμπληρώσει  το  νόμιμο  όριο   μα)
                                 ηλικίας.
                                 3. (μτβ.) επιδοκιμάζω, εγκρί-
                                 νω:  ►Όλα  τα  κόμματα  της
                                 Βουλής  ψήφισαν  την  πρόταση
                                 νόμου για την προστασία του πε-
                                 ριβάλλοντος.

                   ψυχή (η)      1. το ένα από τα δύο, μαζί με  Αντίθ. δειλία (4)
                (Ουσιαστικό, Ο24)  το  σώμα,  βασικά  στοιχεία   Σύνθ.:  ψυχαγωγία,  ψυχανά-
               (ψυ-χή)           της  ανθρώπινης  ύπαρξης:   λυση,  ψυχασθενής,  ψυχίατρος,
               [αρχ. ψυχὴ (=     ►Ο  άνθρωπος  αποτελείται  από   ψυχολογία,  ψυχοπαιδαγωγική,
               πνοή, ζωή) < ψύχω   σώμα και ψυχή.            ψυχοσύνθεση,  ψυχοσωματικός,
               (= φυσώ)]         2.  ο  ηθικός  και  συναισθη-  ψυχοσάββατο
                                 ματικός  εσωτερικός  κό-    Οικογ.  Λέξ.:  ψυχικός,  ψυχικό
                                                             (το), ψύχωση, ψυχωμένος
                                 σμος  του  ανθρώπου  σε     Προσδιορ.:  αγνή,    αθάνα-
                                 αντίθεση με τον νου, τη δι-  τη  (1,  2,  4),  αθώα,  αδούλω-
                                 άνοια:  ►Βοηθάει  όσο  μπορεί  τη  (2,  4),  περήφανη  (2,  4),
                                 τους  φτωχούς,  γιατί  έχει  καλή






                                                  249





       10-0102-16,5X23,5.indd   249                                                  19/11/2015   2:09:41 µµ
   245   246   247   248   249   250   251   252   253   254   255