Page 253 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 253

ωμός

                    ωμός, -ή,  -ό    1.  που  δεν  έχει  ψηθεί,  Αντίθ.:  ψητός (1)
                  (Επίθετο,  Ε1,  έμψυχα  δεν  έχει    μαγειρευτεί:  ►   Συνών.:  άσπλαχνος (2)
                  και άψυχα)         Προτιμάει  να  τρώει  το  κρέας   Οικογ. Λέξ.: ωμά (επίρρ.), ωμό-
                  (ω-μός)            σχεδόν  ωμό παρά καλοψημένο.  τητα
                  [αρχ. ὠμὸς]        2.  (μτφ.)  αυτός  που  είναι   Φράσεις:  ►Ωμή  αλήθεια  (=
                      Προσοχή!       σκληρός, άγριος, απάνθρω-  καθαρή αλήθεια, χωρίς εξωρα-
                  ►ώμος – ωμός - όμως                           ϊσμό)
                                     πος:  ►Μερικές  φορές  αντιμε-  Παροιμ.:  ►Ούτε  ωμός,  ούτε
                                     τωπίζει τους άλλους με ωμό και   ψημένος,  ούτε  και  τηγανισμέ-
                                     βίαιο  τρόπο.              νος

                    ώριμος -η, -ο    1. (για καρπό) που έχει φτά-  Αντίθ.:  άγουρος, αγίνωτος (1),
                  (Επίθετο,  Ε2,  έμψυχα  σει σε πλήρη ανάπτυξη και   ανώριμος (2)
                  και άψυχα)         είναι έτοιμος για συγκομι-  Συνών.: γινωμένος (1)
                  (ώ-ρι-μος)         δή  και  κατανάλωση:  ►Τα   Οικογ. Λέξ.: ωριμάζω, ωρίμαν-
                  [αρχ. ὥριμος < ὥ-ρα]  σταφύλια ήταν ώριμα για τρύγο   ση, ωρίμασμα, ωριμότητα
                                     από πολύ νωρίς εφέτος.     Προσδιοριζ.:  φρούτα (1)
                                     2.  (για  ανθρώπους,  μτφ.)
                                     αυτός  που  βρίσκεται  στην
                                     ακμή  της  ηλικίας  του  και
                                     έχει  αποκτήσει  την  ικανό-
                                     τητα να κρίνει και να απο-
                                     φασίζει με σοβαρότητα και
                                     υπευθυνότητα:  ►Τον  εμπι-
                                     στεύομαι, γιατί είναι πια ώριμος
                                     να αποφασίζει για όλα τα ζητή-
                                     ματα  μόνος του.
                         ως          Α.  (επίρρ.)  1.  (αναφορικό)  Φράσεις: ►Ως εδώ και μη πα-
                  (Επίρρημα  &  Πρόθε-  καθώς,  όπως:  ►Τέτοια  ώρα,   ρέκει (= μέχρι εδώ και όχι πα-
                  ση)                ως συνήθως, διαβάζει τα μαθή-  ραπέρα)  ►Ως  επί  το  πλείστον
                   [λόγ. < αρχ. ὡς]  ματά του.                  (=  τις  πιο  πολλές  φορές)  ►Ως
                                     2.  (τροπικό)  (για  ιδιότητα)   εκ τούτου (= για τον λόγο αυτό)
                                                                ►Ως ακολούθως / εξής (= όπως
                                     σαν, ως: ►Διορίστηκε ως νη-  παρακάτω)  ►Ως  είθισται  (=
                                     πιαγωγός στην Ιθάκη.       όπως συνηθίζεται)
                                     Β.  (πρόθ.)  1.  ως,  έως:  ►Το
                                     κτήμα  φτάνει  ως  την  κορυφή
                                     του  λόφου.  ►Δουλεύει  από  το
                                     πρωί ως το βράδυ.
                                     2. (για ποσό) περίπου:  ►Το
                                     σπίτι του απέχει ως πεντακόσια
                                     μέτρα από το σχολείο.








                                                    252





       10-0102-16,5X23,5.indd   252                                                  19/11/2015   2:09:42 µµ
   248   249   250   251   252   253   254   255   256   257   258