Page 251 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 251
ψύχραιμος
ψυχή. ρομαντική (1, 2)
3. (συνεκδ.) ο άνθρωπος: Φράσεις: ►Βγάζω την ψυχή
►Στο χωριό μου δε ζουν περισ- κάποιου (= τον ταλαιπωρώ)
σότερες από πενήντα ψυχές. ►Άβυσσος η ψυχή του ανθρώ-
4. (μτφ.) θάρρος, τόλμη, δύ- που (= για ανεξήγητη συμπερι-
φορά) ►Με την ψυχή στο στόμα
ναμη: ►Το 1940 οι Έλληνες (= με μεγάλο άγχος) ►Το λέει η
πολέμησαν με ψυχή και ηρωι- ψυχή του (= είναι θαρραλέος)
σμό.
ψύχραιμος, -η, το να παραμένει κανείς Αντίθ.: ταραγμένος
-ο απαθής, ατάραχος και γα- Συνών.: νηφάλιος, συγκρατη-
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα λήνιος μπροστά σε δύσκο- μένος
και άψυχα) λες καταστάσεις: ►Αν γίνει Οικογ. Λέξ.: ψύχραιμα (επίρρ.),
(ψύ-χραι-μος) σεισμός, πρέπει να φανείτε ψύ- ψυχραιμία
[λόγ. ψύχραιμος < χραιμοι και να εφαρμόσετε τα Προσδιοριζ.: αντίδραση, στά-
ψυχρὸς + αἷμα] μέτρα προστασίας που γνωρίζε- ση, αντιμετώπιση
τε.
ψυχρός, -ή, -ό 1. που έχει χαμηλή θερμο- Αντίθ.: θερμός, ζεστός (1, 2),
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα κρασία, κρύος: ►Το κλίμα σε εγκάρδιος, ενθουσιώδης (2)
και άψυχα) πολλές περιοχές της Ελλάδας εί- Σύνθ.: ψυχρολουσία, ψύχραι-
(ψυ-χρός) ναι ιδιαίτερα ψυχρό. μος, ψυχραιμία, ψυχροπολεμι-
[λόγ. < αρχ. ψυχρὸς 2. (μτφ.) αυτός που δεν έχει κός
< ψύχω] ενθουσιασμό, απαθής, αδιά- Οικογ. Λέξ.: ψύχρα, ψυχραίνω,
φορος: ►Εμφανίζεται πάντοτε ψυχρότητα
Προσδιοριζ.: ατμόσφαιρα (1, 2),
ως ένας ψυχρός και απότομος βλέμμα, υποδοχή (2)
χαρακτήρας.
250
10-0102-16,5X23,5.indd 250 19/11/2015 2:09:41 µµ

