Page 19 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 19
αίμα
αίμα (το) 1. το κόκκινο ζωτικό υγρό Συνών: σόι, καταγωγή (2)
(Ουσιαστικό, Ο39) που κυκλοφορεί στα αγ- Σύνθ.: αιματοχυσία, αιμορρα-
(αί-μα, γεν. -ατος, γεία του σώματος των αν- γία, αιματοκρίτης, αιμοδότης,
πληθ. -ατα, γεν. θρώπων και των ζώων: αναιμία
-άτων) ►Κόπηκε στο χέρι του και έτρεξε Οικογ. Λέξ.: αιμάτωμα, αιμα-
[αρχ. αἷμα] πολύ αίμα. τηρός, αιματηρά (επίρρ.)
Προσδιορ.: παγωμένο (1)
2. η συγγένεια: ►Ο Κώστας Φράσεις: ►Μου κόπηκε το
και εγώ είμαστε από το ίδιο αίμα (= τρομοκρατήθηκα) ►Θα
αίμα. πάρω το αίμα μου πίσω (= θα
εκδικηθώ) ►Μου ανέβηκε το
αίμα στο κεφάλι (= εκνευρίστη-
κα) ►Έφτυσα αίμα (= κουρά-
στηκα πολύ)
Παροιμ.: ►Το αίμα νερό δε γί-
νεται, κι αν γίνεται δεν πίνεται
αίνιγμα (το) 1. φράση σκόπιμα ασαφής, Συνών: μυστήριο, γρίφος (2)
(Ουσιαστικό, Ο40) με νόημα που δεν κατανο- Οικογ. Λέξ.: αινιγματικά
(αί-νιγ-μα, γεν. είται και πρέπει κανείς να (επίρρ.), αινιγματικός, αινιγμα-
-ατος, πληθ. -ατα, το μαντέψει: ►Το αίνιγμα τώδης
γεν. -άτων) «Ψηλός ψηλός καλόγερος και Προσδιορ.: διφορούμενο (1),
[λόγ. < αρχ. αἴνιγ- ανεξήγητο, ακατανόητο (1, 2)
μα < αἰνίσσομαι κόκαλα δεν έχει» είναι γνωστό
(= μι-λώ αινιγμα- σε πολλούς.
τικά)] 2. καθετί που είναι δυσκο-
λοερμήνευτο, αβέβαιο και
μυστηριώδες: ►Η εξαφάνιση
αυτού του ανθρώπου εξακολου-
θεί να παραμένει ένα αίνιγμα.
αίρεση (η) θρησκευτική διδασκαλία Σύνθ.: προαίρεση, καθαίρεση,
(Ουσιαστικό, Ο28) που διαφοροποιείται από εξαίρεση, διαίρεση, αφαίρεση
(αί-ρε-ση, γεν. -ης, το καθιερωμένο και επίση- Προσδιορ.: καταδικαστέα
-έσεως, πληθ. -έσεις) μο δόγμα: ►Κατά καιρούς εμ-
[αρχ. αἵρεσις < φανίστηκαν διάφορες αιρέσεις,
αἱροῦμαι (= εκλέ-
γω, προτιμώ)] που απασχόλησαν τη χριστιανι-
κή εκκλησία.
18
10-0102-16,5X23,5.indd 18 19/11/2015 2:09:19 µµ

