Page 246 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 246

χώρα

                                 ένα κορίτσι είκοσι χρόνων.  Προσδιορ.:    απαιτούμενος,
                                 3. (πληθ.) ορισμένη χρονική   απροσδιόριστος,  διαθέσιμος  (1,
                                 περίοδος,  ορισμένη  επο-   2), προϊστορικοί (οι) (3)
                                 χή: ►Η Ιστορία των Νεότερων   Φράσεις:  ►Του  χρόνου  (=  την
                                 Χρόνων  διδάσκεται  στις  μεγα-  επόμενη χρονιά) ►Και του χρό-
                                                             νου  (=  ευχή  για  κάποιον  που
                                 λύτερες  τάξεις  του  δημοτικού   γιορτάζει) ►Από χρόνο σε χρό-
                                 σχολείου.                   νο  (=  από  τη  μια  χρονιά  στην
                                 4.  (γραμμ.)  τύπος  του  ρή-  άλλη) ►Χρόνια και ζαμάνια (=
                                 ματος  που  δηλώνει  πότε  πολύς  καιρός)  ►Εκτός  τόπου
                                 και  πώς  γίνεται  αυτό  που  και  χρόνου  (=  αυτός  που  δεν
                                 σημαίνει  το  ρήμα:   ►Ο    καταλαβαίνει τι του γίνεται)
                                 Ενεστώτας είναι παροντικός και   Παροιμ.:   ►Όσα   φέρνει   η
                                 εξακολουθητικός χρόνος.     ώρα  δεν  τα  φέρνει  ο  χρόνος
                                                             ►Πάρτον  στον  γάμο  σου  να
                                                             σου πει και του χρόνου





                 χρώμα (το)      1.  η  εντύπωση  που  προ-  Συνών.: χρωματισμός, απόχρω-
                (Ουσιαστικό, Ο39)  καλείται  στο  μάτι  από  την   ση  (1),    ιδιαιτερότητα,  φυσιο-
               (χρώ-μα, γεν. -ατος,  αντανάκλαση  φωτός  πάνω   γνωμία (3)
               πληθ. -ατα)       στην επιφάνεια των σωμά-    Σύνθ.:       χρωματόσωμα,
               [αρχ. χρῶμα (= δέρ-  των: ►Το κόκκινο είναι ένα από   ά-χρωμος,  διχρωμία,  τριχρω-
               μα, χρώμα του δέρ-  τα  βασικά  χρώματα  που  χρησι-  μία, έγχρωμος, πολύχρωμος
               ματος)]           μοποιούμε στη ζωγραφική.    Οικογ.  Λέξ.:  χρωματίζω,  χρω-
                                                             ματισμός, χρωματιστός, χρωμα-
                                 2.  χρωστική  ύλη,  βαφή,   τικός, χρώμιο
                                 μπογιά: ►Σκεπτόμαστε να βά-  Προσδιορ.:  βασικό,    έντονο,
                                 ψουμε  την αίθουσα του σχολεί-  βαθύ, σκούρο, φωτεινό (1),   αν-
                                 ου με άλλο χρώμα.           θεκτικό,  πλαστικό  (2),  τοπικό,
                                 3. (μτφ.) τα χαρακτηριστικά   παραδοσιακό (3)
                                 γνωρίσματα και οι συνήθει-  Φράσεις: ►Έχασε το χρώμα του
                                 ες  ενός  λαού,  μιας  περιο-  (= χλώμιασε) ►Πήρε χρώμα (=
                                                             μαύρισε)  ►Αλλάζω  χίλια  χρώ-
                                 χής: ►Η εναλλαγή του  τοπίου   ματα (= θυμώνω πολύ)
                                 δίνει  ένα  ιδιαίτερο  χρώμα  στην
                                 Ελλάδα.

                   χώρα (η)      1.  τμήμα  της  επιφάνειας  Σύνθ.: ενδοχώρα
                (Ουσιαστικό, Ο19)  της  γης  με  ορισμένη  έκτα-  Οικογ.  Λέξ.:  χωριό,  χωριάτης,
               (χώ-ρα)           ση, που αποτελεί αυτόνομο   χωρατό
               [αρχ. χώρα]       κράτος:  ►Ο αριθμός των χω-  Φράσεις: ►Λαμβάνει χώ-ρα (=
                                 ρών  της  Ευρωπαϊκής  Ένωσης   γίνεται,  συμβαίνει)  ►Η  χώρα
                                                             του  ανατέλλοντος  ηλίου  (=  η
                                 αυξάνεται συνεχώς.          Ιαπωνία)






                                                  245





       10-0102-16,5X23,5.indd   245                                                  19/11/2015   2:09:41 µµ
   241   242   243   244   245   246   247   248   249   250   251