Page 20 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 20

ακούσιος

                 αισθάνομαι      1. (μτβ.) αντιλαμβάνομαι με  Συνών.: διαισθάνομαι (3)
                   (Ρήμα, Ρ1)    τις  αισθήσεις  μου,  νιώθω:   Οικογ. Λέξ.: αίσθημα, αισθημα-
               (ενεστ. αι-σθά-   ►Αισθάνθηκα  έντονα  το  κρύο   τίας,  αισθηματικός,  αισθητός,
               νο-μαι, παθ. αόρ.   περπατώντας στο χιόνι.    αισθητήριο,  αισθητικός,  αισθη-
               αισθάνθηκα, μτχ.                              τική
               παθ. ενεστ. αισθανό-  2.  (μτβ.)  καταλαβαίνω  την   Φράσεις.:   ►Αισθάνομαι  στο
               μενος)            κατάσταση κάποιου, συναι-   πετσί μου (= νιώθω έντονα)
               [αρχ. αἰσθάνομαι]  σθάνομαι:  ►Αισθάνεται  τις
                                 συνέπειες των πράξεών του.
                                   3.  (μτβ.)  έχω  προαίσθημα
                                 για κάτι: ►Αισθάνομαι ότι όλα
                                 θα πάνε καλά.


                  αίτηση (η)     γραπτή κυρίως αναφορά σε  Σύνθ.: απαίτηση, παραίτηση
                (Ουσιαστικό, Ο28)  δημόσια  ή  άλλη  υπηρεσία   Προσδιορ.: ενυπόγραφη,  πρω-
               (αί-τη-ση, γεν. -ης,   με την οποία ζητούμε  κάτι:   τοκολλημένη
               -ήσεως, πληθ. -ήσεις,   ►Υπέβαλε  αίτηση  στον  Δήμο,
               γεν. -ήσεων)      για  να  του  χορηγήσουν  πιστο-
               [αρχ. αἴτησις <
               αἰτῶ (= ζητώ)]    ποιητικό γεννήσεως.

                 αιφνιδιάζω      (μτβ.) κάνω ή λέω κάτι που  Συνών:  εκπλήσσω
                   (Ρήμα, Ρ4)    ξαφνιάζει τους άλλους, κάτι   Οικογ.  Λέξ.:  αιφνίδιος,  αιφνι-
               (ενεστ. αι-φνι-δι-ά-  που δεν το περιμένουν: ►Ο   διασμός, αιφνιδιαστικός, αιφνι-
               ζω, αόρ. αιφνιδίασα,   ομιλητής με αυτά που είπε αιφ-  διαστικά (επίρρ.)
               παθ. αόρ. αιφνιδι-
               άστηκα, παθ. μτχ.   νιδίασε το ακροατήριό του.
               αιφνιδιασμένος)
               [μεσν. αἰφνιδιάζω]

                  αιώνας (ο)     1.  χρονικό  διάστημα  εκατό  Συνών: εκατονταετία
                 (Ουσιαστικό, Ο1)  χρόνων: ►Τα ελαιόδεντρα ζουν   Σύνθ.: αιωνόβιος, μεσαίωνας
               (αι-ώ-νας)        περισσότερο από έναν αιώνα.    Οικογ.  Λέξ.:  αιώνιος,  αιώνια
               [λόγ. < αρχ. αἰὼν]  2.  μεγάλο  χρονικό  διάστη-  (επίρρ.), αιωνιότητα
                                                             Προσδιορ.: χρυσός, ένδοξος,
                                 μα: ►Είχαμε έναν αιώνα να συ-  λαμπρός, κλασικός
                                 ναντηθούμε.


               ακούσιος, -α, -ο  αυτός που γίνεται χωρίς τη  Αντίθ.:  εκούσιος,  θελημένος,
               (Επίθετο, Ε4, έμψυχα   θέληση  κάποιου:  ►Υπήρξε   εσκεμμένος
               και άψυχα)        ακούσιος μάρτυρας της συνομι-  Συνών.: αθέλητος
               (α-κού-σι-ος)     λίας τους.                  Οικογ. Λέξ.: ακούσια (επίρρ.)
               [λόγ. < αρχ. ἀκού-                            Προσδιοριζ.: ενέργεια, συμμε-
               σιος < ἀ στερ. +                              τοχή, κίνηση
               ἑκούσιος]




                                                  19





       10-0102-16,5X23,5.indd   19                                                   19/11/2015   2:09:19 µµ
   15   16   17   18   19   20   21   22   23   24   25