Page 245 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 245
χρησιμοποιώ
χρησιμοποιώ 1. (μτβ.) μεταχειρίζομαι Οικογ. Λέξ.: χρήσιμος, χρησι-
(Ρήμα, Ρ5) κάτι για κάποιο σκοπό: μοποίηση, χρησιμοποιήσιμος
(ενεστ. χρη-σι-μο- ►Χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό
ποι-ώ, αόρ. χρησι- του, για να πηγαίνει στη δουλειά
μοποίησα, παθ. αόρ. του.
χρησιμοποιήθηκα, 2. (μτβ.) εκμεταλλεύομαι
παθ. μτχ. χρησιμο- κάποιον ή κάτι, επωφε-
ποιημένος) λούμαι: ►Χρησιμοποίησε την
[λόγ. < γαλλ.
utiliser < χρήσιμος τοπική τηλεόραση, για να κάνει
+ ποιῶ] γνωστά τα προβλήματα της πε-
ριοχής του.
χρήσιμος, -η, -ο αυτός που είναι ωφέλιμος Αντίθ.: άχρηστος, άσκοπος
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα σε κάτι: ►Οι ταξιδιωτικοί οδη- Συνών.: ωφέλιμος, επωφελής
και άψυχα) γοί περιέχουν χρήσιμες πληρο- Σύνθ.: χρησιμοθηρικός, χρησι-
(χρή-σι-μος) φορίες. μοποιώ
[λόγ. < αρχ. χρήσι- Οικογ. Λέξ.: χρήσιμα (επίρρ.),
χρησιμεύω, χρησιμότητα
μος]
Προσδιοριζ.: γνώση, συμβουλή
χρίσμα (το) 1. ένα από τα επτά μυστή- Οικογ. Λέξ.: χρίση (= επάλει-
(Ουσιαστικό, Ο39) ρια της Ορθόδοξης και ψη), χρίζω
(χρί-σμα, γεν. -ατος, Καθολικής Εκκλησίας,
πληθ. -ατα) κατά το οποίο μέλη του
[αρχ. χρῖσμα < σώματος αυτού που βαφτί-
χρίω (= αλείφω)] ζεται αλείφονται με μύρο:
►Το χρίσμα είναι ένα από τα
υποχρεωτικά Μυστήρια της εκ-
κλησίας.
2. (μτφ.) επίσημη αναγνώ-
ριση υποψήφιου βουλευτή,
δημάρχου κ.λπ. από ένα
κόμμα: ►Έλαβε το χρίσμα του
υποψήφιου δημάρχου για τον
Δήμο της Αθήνας.
χρόνος (ο) 1. η διάρκεια που μετριέ- Συνών.: καιρός (1), έτος (2)
(Ουσιαστικό, Ο14) ται με ώρες, ημέρες, μήνες Σύνθ.: χρoνογράφημα, χρονο-
(χρό-νος, γεν. -ου, κ.λπ.: ►Στις μεγάλες πόλεις λογία, χρονόμετρο, χρονοτρι-
πληθ. -οι και -ια, γεν. χάνεται πολύς χρόνος για τις βή, χρονοχρέωση, χρονοβόρος,
πληθ. -ων και μετακινήσεις. χρονομέτρηση
-ών) 2. υπολογισμός της ηλικί- Οικογ. Λέξ.: χρονιά, χρόνιος,
[λόγ. < αρχ. χρό- χρονίζω, χρονικός
νος] ας σε έτη: ►Πρόκειται για
244
10-0102-16,5X23,5.indd 244 19/11/2015 2:09:41 µµ

