Page 21 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 21
ακράδαντος
ακράδαντος, που παραμένει σταθερός, Αντίθ.: αμφίβολος
-η, -ο που δεν κλονίζεται: ►Οι Συνών.: ακλόνητος, ατράντα-
(Επίθετο, Ε2, άψυχα) αποδείξεις για την αθωότητά του χτος, αδιάσειστος
(α-κρά-δα-ντος) είναι ακράδαντες. Οικογ. Λέξ.: κραδασμός, ακρά-
[λόγ. < ελνστ. ἀκρά- δαντα (επίρρ.)
δαντος < ἀ στερ. + Προσδιοριζ.: πίστη
κραδαίνω (= σείω)]
ακριβός, -ή, -ό 1. που έχει υψηλή τιμή, που Αντίθ.: φτηνός, οικονομικός (1)
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα κοστίζει πολύ: ►Αγόρασε ένα Συνών.: λατρευτός, φίλτατος (2)
και άψυχα) ακριβό αυτοκίνητο. Σύνθ.: πανάκριβος
(α-κρι-βός) 2. (μτφ.) πολυαγαπημένος, Οικογ. Λέξ.: ακριβά (επίρρ.),
Προσοχή! προσφιλής: ►Ακριβή μου ακρίβεια, ακριβαίνω
►ακριβά (επίρρ.) ( = Ελένη! Παροιμ.: Ακριβός στα πίτουρα
πάρα πολύ) και φτηνός στ’ αλεύρι
►ακριβώς (επίρρ.)
(= με ακρίβεια )
[μεσν. ἀκριβὸς <
αρχ. ἀκριβὴς]
ακρόαση (η) 1. το να ακούει κανείς με Οικογ. Λέξ.: ακροώμαι, ακροα-
(Ουσιαστικό, Ο28) προσοχή: ►Η ακρόαση της τής, ακροαστικά
(α-κρό-α-ση, γεν. ραδιοφωνικής εκπομπής είχε Προσδιορ.: δημόσια (1, 2), επί-
-ης, -άσεως, πληθ. μεγάλη επιτυχία. σημη (2)
-άσεις, γεν. -άσεων) 2. το να γίνεται κανείς δε- Φράσεις:►Ούτε φωνή ούτε
[αρχ. ἀκρόασις < κτός από επίσημα πρόσω- ακρόαση (= για κάποιον που
ἀκροῶμαι] δεν έδωσε σημεία ζωής)
πα, για να εκθέσει σ’ αυτά
τα αιτήματά του: ►Ο υπουρ-
γός δέχτηκε σε ακρόαση τους
εκπροσώπους των εργαζομένων.
3. (ιατρ.) η εξέταση αρρώ-
στου με το αυτί ή το ακου-
στικό: ►Από την ακρόαση του
αρρώστου φάνηκε ότι αυτός
ήταν καλά στην υγεία του.
ακτίνα, αχτίνα 1. η φωτεινή γραμμή που Συνών.: ημιδιάμετρος (2)
και αχτίδα (η) εκπέμπεται από τον ήλιο ή Σύνθ.: ακτινολόγος, ακτινογρά-
(Ουσιαστικό, Ο21) άλλο λαμπερό σώμα: ►Οι φηση
(α-κτί-να) ακτίνες του ήλιου έμπαιναν στο Οικογ. Λέξ.: ακτινωτός, ακτινί-
διο
[λόγ. < ελνστ. ἀκτῖ- δωμάτιο από το ανοιχτό παράθυ-
να < αρχ. ἀκτὶς] ρο. Προσδιορ.: εκτυφλωτική, πολύ-
χρωμη, υπέρυθρες (οι) (1)
20
10-0102-16,5X23,5.indd 20 19/11/2015 2:09:19 µµ

