Page 243 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 243
χέρι
χέρι (το) καθένα από τα δύο άνω Σύνθ.: χεροδύναμος, χεροπόδα-
(Ουσιαστικό, Ο36) άκρα του ανθρώπου, που ρα
(χέ-ρι) ξεκινά από τον ώμο και κα- Οικογ. Λέξ.: χερούλι
[μεσν. χέριν < ταλήγει στα δάκτυλα: ►Όλοι Προσδιορ.: μακρύ, δυνατό (1),
μτγν. χέριον < υπο- οι μαθητές σήκωσαν το χέρι την σιδερένιο (2)
κορ. αρχ. χεὶρ] ώρα του μαθήματος. Φράσεις: ►Βάλε / δώσε χέρι (=
βοήθησε) ►Δεξί χέρι (= χρήσιμος
βοηθός) ►Είναι του χεριού μου
/ Τον έχω στο χέρι (= τον κάνω
ό,τι θέλω) ►Δεύτερο χέρι ( μετα-
χειρισμένος) ►Φτιαγμένος στο
χέρι (= χειροποίητος)►Δώσαμε
τα χέρια (= συμφωνήσαμε)
χημεία (η) 1. η επιστήμη που μελετά Σύνθ.: φυσικοχημεία, βιοχημεία
(Ουσιαστικό, Ο19) τις ιδιότητες των σωμάτων Προσδιορ.: βιολογική, οργανι-
(χη-μεί-α) και τις αλλοιώσεις της ύλης κή, ανόργανη, αναλυτική (1),
[μτγν. χημεία] τους: ►Το Εργαστήριο Χημείας πνευματική, ψυχική (2)
εξέτασε την ποιότητα του νερού.
2. (μτφ.) η αμοιβαία έλξη
ή η σύμπτωση απόψεων:
►Υπάρχει χημεία μεταξύ τους
και γι’ αυτό αποφασίζουν εύκο-
λα για πολλά πράγματα.
χλωμός -ή, -ό 1. ωχρός, κίτρινος: ►Έγινε Αντίθ. καθαρός, έντονος (2)
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα χλωμός από τον φόβο του. Οικογ. Λέξ.: χλωμάδα, χλωμιά-
και άψυχα) 2. αχνός, χωρίς ζωντάνια: ζω, χλώμιασμα
(χλω-μός) ►Το χλωμό φως του φεγγαριού Προσδιοριζ.: πρόσωπο, όψη
[μεσν. < ελνστ. απλωνόταν σε ολόκληρο τον κά- Φράσεις: ►Το βλέπω χλωμό (=
φλόμος] μπο. το βλέπω δύσκολο)
χοντρικός -ή, -ό που γίνεται ή πουλιέται σε Αντίθ. λιανικός
και χονδρικός, μεγάλες ποσότητες: ►Οι χο- Σύνθ.: χονδρέμπορος
-ή, -ό ντρικές τιμές των εμπορευμά- Προσδιοριζ.: τιμή, πώληση
Οικογ. Λέξ.: χοντρός, χοντρικά
(Επίθετο, Ε1, άψυχα) των είναι πάντοτε χαμηλότερες (επίρρ.)
(χο-ντρι-κός) από τις λιανικές.
[μεσν. χοντρικός <
χονδρὸς]
242
10-0102-16,5X23,5.indd 242 19/11/2015 2:09:41 µµ

