Page 238 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 238

φωτιά

                  φωτιά (η)      1.  η  καύση  ενός  υλικού  με  Συνών.: πυρ (1), πόλεμος (3)
                (Ουσιαστικό, Ο18)  ταυτόχρονη παραγωγή φω-   Φράσεις:  ►Φωτιά  και  λάβρα
               (φω-τιά)          τός,  φλόγας  και  θερμότη-  (= για μεγάλη ζέστη ή για  κάτι
               [μεσν.  φωτία  (=   τας: ►Κάθισε κοντά στη φωτιά,   πανάκριβο ή για
               λάμψη) < φῶς]     για να ζεσταθεί.            κάποιον  που  είναι  θυμωμένος)
                                 2. πυρκαγιά: ►Οι φλόγες της   ►Ανάβω  φωτιές  /  Ρίχνω  λάδι
                                                             στη  φωτιά  (=  δημιουργώ  έντα-
                                 φωτιάς κατέστρεψαν το δάσος.   ση, προβλήματα) ►Παίζω με τη
                                 3.  (μτφ.)  μάχη,  ένοπλη  σύ-  φωτιά (= διακινδυνεύω, ρισκά-
                                 γκρουση:   ►Ο    Αθανάσιος  ρω) ►Βάζω το χέρι μου στη φω-
                                 Διάκος έπεφτε πρώτος στη φω-  τιά (= είμαι πολύ σίγουρος για
                                 τιά, για να εμψυχώσει τα παλι-  κάτι)
                                 κάρια του.


















































                                                  237





       10-0102-16,5X23,5.indd   237                                                  19/11/2015   2:09:40 µµ
   233   234   235   236   237   238   239   240   241   242   243