Page 242 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 242
χειρωνακτικός
το Σύνταγμα μιας χώρας)
►Άσκηση επί χάρτου (= άσκηση
στρατιωτικών μονάδων πάνω
στον χάρτη και χωρίς στρατιώ-
τες) ►Σβήσε με από τον χάρτη
(= μη με υπολογίζεις)
χαρωπός -ή, -ό χαρούμενος, γελαστός, εύ- Αντίθ. σκυθρωπός
(Επίθετο, Ε1, έμψυχα) θυμος: ►Τα χαρωπά πρόσωπα Οικογ. Λέξ.: χαρωπά (επίρρ.)
(χα-ρω-πός) των παιδιών έδειχναν την ικα- Προσδιοριζ.: πρόσωπο, όψη
[ελνστ. χαρωπὸς < νοποίησή τους από τη χριστου-
αρχ. χαροπὸς] γεννιάτικη σχολική γιορτή.
χείμαρρος (ο) 1. ορμητικό ρεύμα νερού Οικογ. Λέξ.: χειμαρρώδης
(Ουσιαστικό, Ο16) που σχηματίζεται ύστερα Προσδιορ.: ορμητικός, πραγμα-
(χεί-μαρ-ρος) από δυνατές βροχές ή όταν τικός (1, 2), σωστός (2)
[λόγ. < ελνστ. χεί- λιώνει το χιόνι: ►Η ξαφνική
μαρρος < χείμα (= καταιγίδα μετέτρεψε τον ξεροπό-
χειμώνας, κρύο) + ταμο σε ορμητικό χείμαρρο.
ῥοῦς]
2. (μτφ.) καθετί που είναι
ορμητικό και ασταμάτητο:
►Όταν άρχισε να μιλάει, ήταν
πραγματικός χείμαρρος.
χειραφέτηση η απελευθέρωση ενός ατό- Σύνθ.: απελευθέρωση
(η) μου από την εξουσία κά- Οικογ. Λέξ.: χειραφετώ, χειρα-
(Ουσιαστικό, Ο28) ποιου άλλου ή από κάθε φετημένος
(χει-ρα-φέ-τη-ση, επιρροή (οικογενειακή, οι-
γεν. -ης, -ήσεως, κονομική κ.λπ.): ►Οι γυναί-
πληθ. - ) κες αγωνίστηκαν σκληρά, για να
[λόγ. χειραφέτηση κερδίσουν τη χειραφέτησή τους.
< χειραφετῶ < χεὶρ
+ ἀφίημι (= αφή-
νω)]
χειρωνακτικός που γίνεται με εργασία των Οικογ. Λέξ.: χειρώνακτας, χει-
-ή, -ό χεριών: ►Ο αγρότης κάνει από ρωνακτικά (επίρρ.)
(Επίθετο, Ε1, άψυχα) τη φύση της δουλειάς του πολ- Προσδιοριζ.: εργασία, επάγγελ-
μα
(χει-ρω-να-κτι-κός) λές χειρωνακτικές εργασίες.
[λόγ. < αρχ. χειρω-
νακτικὸς < αρχ.
χειρῶναξ < χεὶρ +
ἄναξ (= βασιλιάς)]
241
10-0102-16,5X23,5.indd 241 19/11/2015 2:09:41 µµ

