Page 240 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 240
χαρακτήρας
►Αγόρασε καινούργιο ρολόι και
αμέσως το χάλασε.
4. (μτβ.) ξοδεύω, δαπανώ:
►Χαλάσαμε αρκετά χρήματα για
την επισκευή του σπιτιού μας.
5. (μτβ.) ανταλλάσσω μεγα-
λύτερα νομίσματα με άλλα
μικρότερα ίσης συνολικής
αξίας: ►Έχεις να μου χαλάσεις
είκοσι ευρώ;
χαμηλός -ή, -ό 1. που έχει μικρό ύψος: Αντίθ.: ψηλός (1, 2)
(Επίθετο, Ε1, άψυχα) ►Μένω σε μια χαμηλή μονοκα- Συνών.: κοντός (1)
(χα-μη-λός) τοικία. Σύνθ.: χαμηλόφωνος, χαμηλό-
[αρχ. χαμηλὸς < 2. που βρίσκεται κάτω από μισθος, χαμηλόβαθμος
χαμαὶ] το κανονικό και το συνη- Προσδιοριζ.: εισόδημα, βαθμο-
θισμένο: ►Ο Γενάρης είναι ο λογία (2)
Φράσεις: ►Άνθρωπος χαμη-
μήνας που έχει πολύ χαμηλές λών τόνων (= μετριοπαθής άν-
θερμοκρασίες. θρωπος) ►Βαρομετρικό χαμηλό
(= φυσικό φαινόμενο, κατά το
οποίο η ατμοσφαιρική πίεση εί-
ναι ανώτερη σε κάποια σημεία
απ’ ό,τι στη γύρω περιοχή)
χάος (το) 1. το άπειρο διάστημα, το Αντίθ.: τάξη (2)
(Ουσιαστικό) βαθύ χάσμα, η άβυσσος: Συνών.: αταξία, αναστάτωση (2)
(χά-ος, γεν. ►Μπροστά μας, καθώς αγνα- Οικογ. Λέξ.: χαοτικός
-ους, πληθ. - ) ντεύαμε, απλωνόταν ένα απέρα- Προσδιορ.: ανεξερεύνητο, απέ-
[αρχ. χάος < χάσκω ντο χάος. ραντο (1)
(= μένω με ανοιχτό 2. (μτφ.) μεγάλη σύγχυση,
το στόμα)] ακαταστασία: ►Έγινε διακο-
πή ηλεκτρικού ρεύματος και επι-
κράτησε συγκοινωνιακό χάος.
χαρακτήρας (ο) 1. ο ιδιαίτερος τρόπος με Οικογ. Λέξ.: χαρακτηρίζω, χα-
(Ουσιαστικό, Ο1) τον οποίο σκέφτεται και ρακτηρισμός, χαρακτηριστικός
(χα-ρα-κτή-ρας) συμπεριφέρεται κάθε άν- Προσδιορ.: ατομικός, φυλετι-
[αρχ. χαρακτὴρ < θρωπος και ο οποίος τον κός, πράος, κληρονομικός (1),
χαράσσω] κάνει να ξεχωρίζει απ’ τους γλωσσικός (3)
άλλους: ►Είναι ευαίσθητος Φράσεις: ►Κρατάει χαρακτή-
ρα (= εμφανίζεται σταθερός)
χαρακτήρας, που δείχνει κατα-
νόηση και αγάπη στους άλλους.
239
10-0102-16,5X23,5.indd 239 19/11/2015 2:09:40 µµ

