Page 241 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 241

χάρη

                                    2. καθένα από τα πρόσωπα
                                    ενός  λογοτεχνικού,  θεατρι-
                                    κού  ή  κινηματογραφικού
                                    έργου: ►Οι λογοτεχνικοί χαρα-
                                    κτήρες είναι συνήθως φανταστι-
                                    κά πρόσωπα.
                                    3.  (γραμμ.)  το  τελευταίο
                                    γράμμα  του  θέματος  μιας
                                    λέξης:  ►Στη  λέξη  μητέρα  το
                                    «ρ» είναι ο χαρακτήρας του θέ-
                                    ματος.


                      χάρη (η)      1.  ομορφιά,  κομψότητα  Συνών.:  γοητεία (1),  αρετή  (2),
                   (Ουσιαστικό, Ο25)  στην  εξωτερική  εμφάνιση,   χατίρι (3)
                  (χά-ρη, πληθ. γεν. - )  λεπτότητα  στους  τρόπους:   Οικογ.  Λέξ.:  χαρίζομαι,  χά-
                  [αρχ.  χάρις  (=  ευ-  ►Έχει  μια ιδιαίτερη χάρη στον    ρισμα,  χαριστικός,  χαριστικά
                  γνωμοσύνη)]       τρόπο  που μιλάει.          (επίρρ.)
                                    2.  προτέρημα,  προσόν:  ►Η   Προσδιορ.:    γυναικεία  (1),  πε-
                                                                ρίσσια (1, 3), τελευταία (3)
                                    ειλικρίνειά του είναι μία από τις   Φράσεις: ►Άλλος έχει το όνομα
                                    πολλές χάρες που έχει.      κι άλλος τη χάρη (= άλλος έχει
                                    3.  η  φιλική  εξυπηρέτηση  την  πραγματική  αξία)  ►Χάρις
                                    που  κάνουμε  σε  κάποιον:  /  Χάρη  σε  κάποιον  ή  κάτι  (=
                                    ►Κάνε μου τη χάρη να μου φέ-  με τη βοήθεια) ►Λόγου χάρη /
                                    ρεις ένα ποτήρι νερό.       Παραδείγματος χάρη (= για να
                                    4.  ευγνωμοσύνη  για  κάτι   χρησιμοποιήσω  ένα  παράδειγ-
                                                                μα)
                                    καλό:  ►Σου  χρωστάω  μεγάλη   Παροιμ.:  ►Για  χάρη  του  βασι-
                                    χάρη  για  τη  βοήθεια  που  μου   λικού ποτίζεται κι η γλάστρα
                                    πρόσφερες.
                                    5.  κάθε  απόφαση  που  κα-
                                    ταργεί  ή  μετριάζει  ποινή
                                    που επιβλήθηκε: ►Ο κρατού-
                                    μενος ελπίζει πως, επειδή έδειξε
                                    καλή συμπεριφορά, θα του δοθεί
                                    χάρη.

                     χάρτης (ο)     αποτύπωση  σε  σμίκρυνση  Σύνθ.: χαρτογράφηση
                   (Ουσιαστικό, Ο5)  πάνω  σε  χαρτί  ολόκληρης   Οικογ. Λέξ.: χάρτα, χαρτί, χάρ-
                  (χάρ-της)         της  γης  ή  ενός  τμήματός   τινος, χαρτένιος
                  [αρχ. χάρτης]     της:  ►Ο  χάρτης  είναι  σχεδόν   Προσδιορ.:    γεωφυσικός,  πολι-
                                    πάντα  απαραίτητος  κατά  τη  δι-  τικός, οδικός (1)
                                                                Φράσεις:  ►  Συνταγματικός  ή
                                    δασκαλία  του  μαθήματος  της   καταστατικός χάρτης (=
                                    Γεωγραφίας.




                                                    240





       10-0102-16,5X23,5.indd   240                                                  19/11/2015   2:09:41 µµ
   236   237   238   239   240   241   242   243   244   245   246