Page 244 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 244

χρέος

                 χορηγός (ο)     1.  αυτός  που  πληρώνει  τις  Συνών.: χορηγητής (1, 2)
                (Ουσιαστικό, Ο13)  δαπάνες  μιας  καλλιτεχνι-  Οικογ. Λέξ.: χορηγώ, χορηγία
               (χο-ρη-γός)       κής,  αθλητικής  ή  πολιτι-
               [αρχ.  χορηγὸς  <   στικής  εκδήλωσης:  ►Στους
               χορὸς + ἄγω]      Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004
                                 στην  Αθήνα  υπήρχαν  πολλοί
                                 χορηγοί, που ανέλαβαν να πλη-
                                 ρώσουν ένα μέρος από το κόστος
                                 των αγώνων.
                                 2. (αρχ.) αυτός που πλήρωνε
                                 τα έξοδα για τη διδασκαλία
                                 του  χορού  των  θεατρικών
                                 παραστάσεων  στην  αρχαία
                                 Αθήνα:   ►Στην  αρχαιότητα
                                 πολλοί από αυτούς που κατείχαν
                                 σημαντική  οικονομική  και  κοι-
                                 νωνική  θέση  αναλάμβαναν  τον
                                 ρόλο του χορηγού.


                 χρειάζομαι      1.  (μτβ.)    έχω  ανάγκη  από  Συνών.: πρέπει, οφείλει  (3)
                   (Ρήμα, Ρ1)    κάτι:  ►Τα  λουλούδια  χρειάζο-  Οικογ. Λέξ.: χρεία (= ανάγκη),
               (ενεστ.   χρει-ά-ζο-  νται φως και νερό, για να μεγα-  χρειαζούμενος
               μαι,  παθ. αόρ. χρειά-  λώσουν.               Φράσεις:  ►Τα  χρειάστηκα  (=
               στηκα)            2.  (μτβ.)  είμαι  αναγκαίος,   φοβήθηκα πολύ)
               [μτγν.  χρειάζομαι
               < αρχ. χρεία (= ανά-  χρήσιμος  σε  κάτι:  ►Αν  με
               γκη)]             χρειαστείτε,  είμαι  πρόθυμος  να
                                 σας βοηθήσω.
                                 3.  (αμτβ.)  (απρόσ.)  είναι
                                 ανάγκη:  ►Χρειάζεται να αγω-
                                 νιστούμε  όλοι,  για  να  επικρα-
                                 τήσει ειρήνη και δικαιοσύνη σε
                                 ολόκληρο τον κόσμο.

                  χρέος (το)     1. καθετί που οφείλει κανείς  Σύνθ.: χρεοφειλέτης, χρεοκοπία,
                (Ουσιαστικό, Ο37)  σε κάποιον άλλο και κυρίως   υπόχρεος
               (χρέ-ος,  γεν.  -ους,  χρήματα: ►Το χρέος του για τα   Οικογ.  Λέξ.:  χρεώνω,  χρέωση,
               πληθ. -η)         καινούργια έπιπλα που αγόρασε   χρεώστης, χρεωστικός, χρωστώ
               [αρχ. χρέος]      είναι πέντε χιλιάδες ευρώ.  Προσδιορ.: βραχυπρόθεσμο, δη-
                                 2. (μτφ.) το καθήκον: ►Όλοι   μόσιο (1), ηθικό (2)
                                                             Φράσεις:  ►Εκτελώ  χρέη  +  γεν.
                                 έχουμε χρέος να προστατεύουμε   (= ασκώ υπηρεσιακά καθήκοντα
                                 το περιβάλλον.              στη θέση άλλου)







                                                  243





       10-0102-16,5X23,5.indd   243                                                  19/11/2015   2:09:41 µµ
   239   240   241   242   243   244   245   246   247   248   249