Page 239 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 239

χαιρετώ       1. (μτβ.) δείχνω σε κάποιον  Σύνθ.: αποχαιρετώ
                      (Ρήμα, Ρ5)    που  συναντώ  τα  φιλικά    Οικογ. Λέξ.: χαιρετίζω, χαιρετι-
                  (ενεστ.   χαι-ρε-τώ,   μου  αισθήματα  με  λόγια  ή   σμός, χαιρετίσματα (τα), χαιρε-
                  αόρ. χαιρέτησα, παθ.   με  χειρονομίες:  ►Χαιρέτησε   τιστήριος, χαιρετούρα
                  αόρ. χαιρετήθηκα)  έναν προς έναν όλους τους καλε-  Φράσεις:  ►Χαιρέτα  μας  τον
                  [μεσν.  χαιρετῶ  <   σμένους.                 πλάτανο  (=  για  δυσάρεστη  ή
                  αρχ. χαίρω]                                   μπερδεμένη κατάσταση)
                                    2.  (μτβ.)  εκφράζω  τον  σε-
                                    βασμό  μου  σε  τιμώμενο
                                    πρόσωπο  ή  σε  εθνικό  ή
                                    θρησκευτικό  σύμβολο:  ►Οι
                                    στρατιώτες  στάθηκαν  προσοχή,
                                    για να χαιρετήσουν τη σημαία.
                    χαλάζι (το)     μικροί  κόκκοι  πάγου  που  Σύνθ.:  χαλαζόκοκκος,  χαλαζό-
                   (Ουσιαστικό, Ο36)  πέφτουν από την ατμόσφαι-  πτωση
                  (χα-λά-ζι)        ρα  στο  έδαφος:  ►Το  χοντρό   Οικογ. Λέξ.: χάλαζα
                  [μεσν.  χαλάζιν  <   χαλάζι που έπεσε κατέστρεψε τα   Παροιμ.:  ►Στην  αναβροχιά
                  ελνστ.  χαλάζιον  <   σπαρτά.                 καλό είν’ και το χαλάζι
                  αρχ. χάλαζα]
                   χαλώ και χα-     1. (αμτβ.) δε λειτουργώ κα-  Αντίθ.: φτιάχνω (1, 2, 3)
                        λάω         νονικά,   καταστρέφομαι:    Οικογ.  Λέξ.:  χαλασμός,  χαλα-
                      (Ρήμα, Ρ5)    ►Χάλασε  το  ψυγείο  μας  και   στής, χαλάστρα
                  (ενεστ. χα-λώ,  αόρ.   χρειάζεται επισκευή.   Φράσεις: ►Χαλώ τον κόσμο (=
                  χάλασα, παθ. αόρ.   2.  (αμτβ.)  αλλάζω  προς  το   δημιουργώ  μεγάλη  φασαρία,
                  χαλάστηκα, παθ.   χειρότερο:  ►Ο καιρός χάλασε   προκειμένου  να  πετύχω  κάτι)
                  μτχ. χαλασμένος)  και γι’ αυτό δε θα πάμε εκδρομή.  ►Χαλάει κόσμο (= έχει μεγάλη
                  [μεσν. < αρχ. χαλῶ                            επιτυχία) ►Δε χάλασε ο κόσμος
                  (= χαλαρώνω)]     3.  (μτβ.)  καταστρέφω,  προ-  (= δεν πειράζει) ►Ο κόσμος να
                                    καλώ ζημιά σε κάτι:         χαλάσει (= ό,τι και να γίνει)





                                                    238





       10-0102-16,5X23,5.indd   238                                                  19/11/2015   2:09:40 µµ
   234   235   236   237   238   239   240   241   242   243   244