Page 44 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 44

αρχή

               αρμόδιος, -α, -ο  αυτός  που  είναι  υπεύθυνος  Συνών:  ειδικός
               (Επίθετο, Ε4, έμψυχα)  για ένα θέμα, ο κατάλληλος:   Σύνθ.: αναρμόδιος
               (αρ-μό-δι-ος)     ►Στην  εφορία  εξυπηρετηθή-  Οικογ. Λέξ.: αρμόδια - αρμοδί-
               [λόγ. < αρχ. ἁρμό-  καμε  αμέσως  από  τον  αρμόδιο   ως (επίρρ.), αρμοδιότητα
               διος < ἁρμόζω]                                Προσδιοριζ.:  υπάλληλος,  άν-
                                 υπάλληλο.
                                                             θρωπος, δικαστήριο, υπηρεσία
                 αρμονία (η)     1.  σωστή  αναλογία,  ταίρια-  Αντίθ.:  ασυμμετρία (1),   δυσαρ-
                (Ουσιαστικό, Ο19)  σμα  :  ►Τα  σπίτια  του  χωριού   μονία  (1, 2)
               (αρ-μο-νί-α)      βρίσκονταν  σε  πλήρη  αρμονία   Συνών.: συμμετρία (1),   συμφω-
               [αρχ. ἁρμονία <   με το φυσικό τοπίο.         νία (2)
               ἅρμων]            2. (μτφ.) ομόνοια, σύμπνοια:   Σύνθ.: δυσαρμονία
                                                             Οικογ.  Λέξ.:  αρμονικός,  αρμο-
                                 ►Στις  αποφάσεις  που  έπαιρναν  νικά (επίρρ.)
                                 επικρατούσαν  αρμονία  και  ομο-  Προσδιορ.:  θαυμαστή,  μουσική
                                 φωνία.                      (1), κοινωνική, πλήρης (1, 2)

               άρτιος,  -α, -ο   1.  πλήρης, ακέραιος: ►Οι   Αντίθ.:  ελλιπής,  λειψός  (1),  πε-
               (Επίθετο, Ε4, έμψυχα  μαθητές οργάνωσαν μία άρτια   ριττός, μονός (2)
               και άψυχα)        εκδήλωση για το περιβάλλον.  Συνών.: τέλειος (1)
               (άρ-τι-ος)        2. ζυγός αριθμός, πολλαπλά-  Σύνθ.: αρτιμελής, αρτιμέλεια
               [αρχ. ἄρτιος < ἄρτι]                          Οικογ. Λέξ.: αρτιότητα
                                 σιο  του  δύο:  ►Το  δέκα  είναι   Προσδιοριζ.:  αριθμός  (2),  υπο-
                                 άρτιος αριθμός.             ψηφιότητα,  εμφάνιση,  προετοι-
                                                             μασία (1)
                   αρχή (η)      1. το πρώτο χρονικό ή τοπι-  Αντίθ.: τέλος, τέρμα (1)
                (Ουσιαστικό, Ο24)  κό σημείο, απ’ όπου ξεκινά-  Συνών.:  αφετη ρία (1)
               (αρ-χή)           ει κάποιος ή κάτι: ►Μένουμε   Σύνθ.:  απαρχή,  αρχηγέτης,  αρ-
               [αρχ. ἀρχὴ (= έναρ-  στην αρχή της οδού Καβάφη.   χαιρεσία
               ξη)  <  ἄρχω]     2. (πληθ.) οι ιδέες και  από-  Οικογ.  Λέξ.:  αρχίζω,  αρχικός,
                                                             αρχικά  (επίρρ.),  αρχά ριος,    αρ-
                                 ψεις  ενός  ατόμου  για  τη  χείο, άρχοντας
                                 ζωή,  οι  αξίες  του:  ►  Ο  Προσδιορ.:  αιώνια  (2),  επι-
                                 Σωκράτης προτίμησε να πεθάνει  στημονική  (3),  αρμόδια,  αστυ-
                                 παρά να προδώσει τις αρχές του.  νομική,  δημοτική,  δικαστική,
                                                             δημόσια (4)
                                 3.  θεμελιώδης,  βασικός  κα-  Φράσεις: ►Η αρχή είναι το ήμι-
                                 νόνας  ή  νόμος  μιας  συγκε-  συ του παντός (= το πρώτο βήμα
                                 κριμένης  επιστήμης:  ►  Η   έχει μεγάλη σημασία) ►Οι διω-
                                 αρχή  των  συγκοινωνού ντων   κτικές αρχές (= η αστυνομία)
                                 δοχείων διδάσκεται στη Φυσική.  Παροιμ.:  ►Κάθε  αρχή  και  δύ-
                                                             σκολη










                                                  43





       10-0102-16,5X23,5.indd   43                                                   19/11/2015   2:09:21 µµ
   39   40   41   42   43   44   45   46   47   48   49