Page 40 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 40

αποδημητικός

                  άπνοια (η)     η απουσία ανέμου:           Συνών.: νηνεμία, γαλήνη,
                (Ουσιαστικό, Ο20)  ►Επικρατούσε  τόσο  μεγάλη   μπουνάτσα
               (ά-πνοι-α,  γεν.  -ας,   άπνοια, που δεν κουνιόταν ούτε
               πληθ. - )         φύλλο.
               [μτγν. ἄπνοια <
               ἄπνους]
                 απόβαση (η)     έξοδος  στρατιωτι κών  δυ-  Οικογ.  Λέξ.:  αποβιβάζο μαι,
                (Ουσιαστικό, Ο28)  νάμεων από τα πλοία στην   αποβί βαση, αποβατικός
               (α-πό-βα-ση, γεν.   ξηρά    με  σκοπό  την  κατά-  Προσδιορ.: γρήγορη, ει  κονική,
               -ης, -άσεως, πληθ.   ληψη  μιας  περιοχής:   ►Η   επικίνδυνη, εχθρική, μαζική,
               -άσεις)                                       συμμαχική
               [λόγ. < αρχ. ἀπόβα-  απόβαση  των  Συμμάχων  στη
               σις < ἀποβαίνω]   Νορμανδία έγινε το 1944.

                απογοητεύω       (μτβ.) κάνω κάποιον να χά-  Συνών.:  αποκαρδιώνω
                  (Ρήμα, Ρ2)     σει  την  ελπίδα,  αποθαρρύ-  Οικογ. Λέξ.: απογοήτευση,
               (ενεστ.   α-πο-γο-η-  νω, απελπίζω:  ►Με απογοή-  απογοητευτικός, απογοητευτι-
               τεύ-ω  αόρ.  απογο-  τευσε η εξέλιξη της υπόθεσης.  κά (επίρρ.)
               ήτευσα,  παθ.  αόρ.
               απογοητεύτηκα,
               παθ.  μτχ.  απογοη-
               τευμένος)
               [λόγ. ἀπογοη-
               τεύω < γαλλ.
               desenschanter]

                 απόδειξη (η)    1. κάθε στοιχείο που βεβαιώ-  Συνών.:  πειστήριο  (1),  αποδει-
                (Ουσιαστικό,  Ο28)  νει ότι κάτι είναι αλη θινό ή   κτικό στοιχείο (2)
               (α-πό-δει-ξη, γεν.   υπαρκτό: ►Δε βρέθηκαν  απο-  Οικογ. Λέξ.: αποδει κνύω, απο-
               -ης, -είξεως, πληθ.     δείξεις για την ενοχή του.  δεικτικός
               -είξεις, γεν. -είξεων)                        Προσδιορ.: αδιάσειστη, ισχυρή,
               [αρχ.  ἀπό δειξις  <   2. γραπτή βεβαίωση  που πι-  μο ναδική, ουσιαστική,  πει στική
               ἀποδεί κνυμι]     στοποιεί παραλαβή ή παρά-   (1), ενυπόγραφη, εξοφλητική (2)
                                 δοση πραγμάτων, χρημάτων
                                 κ.λπ.: ► Πλήρωσα τον λογαρια-
                                 σμό του νερού και κράτησα την
                                 από δειξη.


               αποδημητικός,     αυτός που ταξιδεύει  σε άλ-  Συνών:  διαβατάρικος,  ταξιδιά-
                    -ή, -ό       λους  τόπους:  ►Τα  χελιδόνια   ρικος
               (Επίθετο,    Ε1,  έμψυ-  είναι  αποδημητικά  πουλιά  που   Οικογ. Λέξ.: απόδημος, αποδη-
               χα)  (α-πο-δη-μη-τι-  πηγαίνουν σε θερμές  χώρες, για   μώ, αποδημία, αποδήμηση
               κός)                                          Προσδιοριζ.: πουλί, πτηνό
               [λόγ. < αρχ.  ἀπο-  να περάσουν τον  χειμώνα.
               δημητικὸς < ἀπο-
               δημῶ]




                                                  39





       10-0102-16,5X23,5.indd   39                                                   19/11/2015   2:09:21 µµ
   35   36   37   38   39   40   41   42   43   44   45