Page 42 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 42

αποτέλεσμα

               [λόγ.  <  αρχ.  ἀπόῤ-  γι’ αυτό δεν έμαθε κανείς το πε-  Φράσεις:   ►Ο  εξ  απορρή-
               ῥητος < ἀπὸ στερ. +   ριεχόμενό του.          των  (=  ο  μυστικοσύμβουλος)
               ῥητὸς < λέγω]                                 ►Τραπεζικό  απόρρητο  (=  η
                                                             υποχρέωση  των  τραπεζών  να
                                                             κρατούν  μυστικά  τα  στοιχεία
                                                             των πελατών)

                 απορρίπτω       1. (μτβ.) δε δέχομαι, αποδο-  Οικογ. Λέξ.: απόρριψη,
                    (Ρήμα)       κιμάζω:  ►Ο  διευθυντής    του   απορριπτι  κός, απορριπτέος,
               (ενεστ.   α-πορ-ρί-  σχολείου  απέρριψε  το  αίτημα   απορρίμματα (τα)
               πτω, αόρ. απέρ  ριψα,   των μαθητών για εκδρομή.
               παθ.  αόρ.  απορρί-  2. (μτβ.) δεν κρίνω κάποιον
               φθηκα)
               [αρχ.  ἀποῤῥίπτω  <   άξιο  για  εισαγωγή,  προα-
               ἀπὸ + ῥίπτω]      γωγή,  απόλυση  κ.λπ.:  ►Ο
                                 καθηγητής απέρριψε τους αδιά-
                                 βαστους μαθητές.



               αποσύνθεση (η)    1.  (χημ.)  αλλοίωση  οργανι-  Συνών.:    αποδιοργάνωση,  διά-
                (Ουσιαστικό, Ο28)  κής  ουσίας  που  συνοδεύ-  λυση (2)
               (α-πο-σύν-θε-ση,  εται  από  σήψη:  ►Τα  ψάρια   Οικογ. Λέξ.: αποσυνθέτω
               γεν.   -ης,   -έσεως,   βρέθηκαν  ξεχασμένα      σ’  ένα   Προσδιορ.:  αργή,  βαθμιαία,
               πληθ.  -έσεις)    κιβώτιο  σε  κατάσταση  αποσύν-  στα διακή,  προχωρημένη  (1,  2),
               [λόγ.  ἀποσύνθεσις   θεσης.                   χημική (1),  κοινωνική (2)
               < ἀπὸ + σύνθεσις]
                                 2. (μτφ.) παράλυση της πει-
                                 θαρχίας σ’ ένα οργανωμένο
                                 σύνολο: ►Ύστερα από το πρώ-
                                 το  τέρμα  που  δέχτηκε  η  ποδο-
                                 σφαιρική  ομάδα  μας,  άρχισε  η
                                 σταδιακή αποσύνθεσή της.

                 αποτέλεσμα      1. η κατάληξη μιας πράξης ή  Συνών.: έκβαση (1)
                     (το)        ενός γεγονότος: ►Οι προσπά-  Οικογ. Λέξ.: αποτελώ, αποτε-
                                                             λεσματικός, αποτελεσματικά
                (Ουσιαστικό, Ο40)  θειες που κατέβαλαν οι κάτοικοι   (επίρρ.), αποτελεσματικότητα
               (α-πο-τέ-λε-σμα,  του χωριού οδήγησαν τελικά σε   Προσδιορ.: αντίθετο, βέβαιο (1,
               γεν.  -ατος,  πληθ.                     θετικά αποτελέσματα.    2), αναμενόμενο, θετικό, ποθού-
               -ατα)             2.  η  τελική  κρίση  και  από-  μενο (1, 2)
               [λόγ. < αρχ. ἀποτέ-  φαση  σε  μια  διαδικα σία
               λεσμα  <  ἀποτελῶ   εξέτασης:    ► Ανακοινώθηκαν
               (= ολοκληρώνω)]
                                 τα αποτελέσματα των εξετάσεων
                                 για το Πανεπιστήμιο.






                                                  41





       10-0102-16,5X23,5.indd   41                                                   19/11/2015   2:09:21 µµ
   37   38   39   40   41   42   43   44   45   46   47