Page 41 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 41

αποκάλυψη

                  αποκάλυψη (η)     η φανέρωση και η γνωστο-    Αντίθ.:  από κρυψη
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  ποίηση  άγνωστων  ή  κρυ-  Συνών.: φανέρωμα
                  (α-πο-κά-λυ-ψη,   φών  στοιχείων:  ►  Οι  μάρ-  Οικογ.   Λέξ.:   αποκαλύ πτω,
                  γεν. -ης, -ύψεως,   τυρες  έκαναν  συγκλονιστικές   αποκαλυπτικός,  αποκαλυπτικά
                  πληθ. -ύψεις)     αποκαλύψεις  κατά  τη  διάρκεια   (επίρρ.), αποκαλυπτήριος
                  [λόγ. < ελνστ.                                Προσδιορ.: εντυπωσιακή, σπου-
                  ἀποκάλυψις <      της δίκης.                  δαία, συγκλονι στική
                  ἀπο-καλύπτω]

                    αποκτώ και      (μτβ.) κάνω κάτι δικό μου,  Οικογ.  Λέξ.:  απόκτηση,  από-
                     αποχτώ,        κερδίζω: ►Με τη μελέτη απο-  κτημα
                      (Ρήμα, Ρ5)    κτάς συνεχώς νέες γνώσεις.
                  (ενεστ. α-πο-κτώ,
                  αόρ. απέκτησα –
                  απόκτησα, παθ. αόρ.
                  αποκτήθηκα, παθ.
                  μτχ. αποκτημένος)
                  [μεσν.  ἀποκτῶ  <
                  ἀπὸ + κτῶ (= κατέ-
                  χω)]
                  απολύμανση (η)    καθαρισμός με ειδικά φάρ-   Οικογ. Λέξ.: απολυμαίνω, απο-
                   (Ουσιαστικό,  Ο28)  μακα  για  την  εξόντωση    λυμαντής, απολυμαντικός
                  (α-πο-λύ-μαν-ση,  μικροβίων:  ►Στην  αρχή  της   Προσδιορ.: γενική, προληπτική,
                  γεν. -ης, -άνσεως,   σχολικής  χρονιάς  έγινε  απολύ-  τακτική
                  πληθ. -άνσεις)    μανση  των  αιθουσών  του  σχο-
                  [λόγ. ἀπολύμανσις
                  < ἀπολυμαίνομαι <   λείου.
                  μεταφρ. δάν. γαλλ.
                  désinfection]
                  απομνημόνευ-      το να μαθαίνει  κανείς κάτι  Συνών.:  αποστήθιση,  παπαγα-
                       ση (η)       απέξω:  ►Έχει  μεγάλη  ικανό-  λία
                   (Ουσιαστικό, Ο28)  τητα στην απομνημόνευση αριθ-  Οικογ.  Λέξ.:    απομνημονεύω,
                  (α-πο-μνη-μό-νευ-  μών και χρονολογιών.       απομνημονεύματα (τα)
                  ση,  γεν.  -ης,  -εύ-
                  σεως,  πληθ.  –εύσεις,
                  γεν. -εύσεων)
                  [αρχ. ἀπομνημό-
                  νευσις]
                    απόρρητος,      που  δεν  πρέπει  να  κοι-  Συνών: κρυφός,  απόκρυφος
                       -η, -ο       νοποιηθεί,   που   πρέπει   Προσδιοριζ:  έγγραφο,  επιστο-
                  (Επίθετο, Ε2, άψυχα)  να   κρατηθεί   μυστικός:   λή, διαταγή
                  (α-πόρ-ρη-τος)    ►Το  έγγραφο  που  έστειλε  ο
                                    υπουργός  ήταν  απόρρητο  και




                                                     40





       10-0102-16,5X23,5.indd   40                                                   19/11/2015   2:09:21 µµ
   36   37   38   39   40   41   42   43   44   45   46