Page 43 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 43
απρόσιτος
απρόσιτος, -η, αυτός που δεν μπορεί να Αντίθ.: προσιτός, προσπελάσι-
-ο τον πλησιάσει κάποιος: μος
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα ►Η κορυφή του Ολύμπου είναι Συνών.: απλησίαστος, απροσπέ-
και άψυχα) απρόσιτη για τους πολλούς. λαστος, δυσπρόσιτος
(α-πρό-σι-τος) Προσδιοριζ.: κορυφή, τιμές (οι)
[μτγν. ἀπρόσιτος <
ἀ στερ. + προσι τὸς]
απτόητος, -η, -ο αυτός που δε φοβάται και Συνών.: άφοβος, ατρόμητος
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα) δεν υποχωρεί μπροστά στα Οικογ. Λέξ.: απτόητα (επίρρ.)
(α-πτό-η-τος) εμπόδια: ►Συνέχισε απτόητος
[λόγ. < ελνστ. τον αγώνα για μια καλύτερη
ἀπτόητος < ἀ στερ.
+ πτοῶ (= αποθαρ- ζωή.
ρύνω)]
αρετή (η) 1. ηθική ανωτερότητα, σε- Συνών.: ηθικότητα (1)
(Ουσιαστικό, Ο24) βασμός στους ηθικούς κα- Σύνθ.: πανάρετος
(α-ρε-τή) νόνες: ►Σε ολόκληρη τη ζωή Προσδιορ.: σπουδαία, σπάνια,
[αρχ. ἀρετὴ] του τον διέκριναν η αρετή και η πολεμική, πολιτική (1, 2), κοι-
ευγένεια. νωνική, χριστιανική (1)
2. το προτέρημα, το προσόν:
►Η πιο σημαντική αρετή του εί-
ναι η ειλικρίνειά του.
άρθρο (το) 1. (γραμμ.) το κλιτό μέρος Σύνθ.: αρθρογράφος, αρθρο-
(Ουσιαστικό, Ο32) του λόγου που μπαίνει γραφώ, αρθρογραφία, έναρ-
(άρ-θρο) μπροστά από τα ονόματα: θρος, άναρθρος
[αρχ. ἄρθρον] ►Η γλώσσα μας έχει το οριστικό Οικογ. Λέξ.: αρθρώνω, άρθρω-
και το αόριστο άρθρο. ση
Προσδιορ.: ενυπόγραφο, ανώ-
2. δημοσίευμα στο οποίο νυμο, συκοφαντικό, πρωτοσέ-
αναπτύσσεται κάποιο θέμα: λιδο
►Το κύριο άρθρο της εφημερί-
δας αναφέρεται στην εκπαίδευ-
ση.
3. κάθε διάταξη νόμου ή κα-
ταστατικού: ►Υπάρχουν ειδι-
κά άρθρα του νόμου που αναφέ-
ρονται στη μετανάστευση.
42
10-0102-16,5X23,5.indd 42 19/11/2015 2:09:21 µµ

