Page 39 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 39

απελευθερώνω

                                    αυτός  που  δεν  έχει  πείρα:  Αντίθ.:  έμπειρος,  πεπειραμένος
                                    ►Είναι ακόμα  άπειρος στη δου-  (3)
                                    λειά του και γι’ αυτό  χρειάζεται   Συνών.: αμάθητος (3)
                                    τη βοήθειά σας.             Σύνθ.: απειροπόλεμος (3)
                                                                Οικογ.  Λέξ.:  άπειρα  (επίρρ.),
                                                                απειρία (3)


                  απελευθερώνω      1.  (μτβ.)  δίνω  σε  κάποιον   Αντίθ.:  σκλαβώνω,  υπο δουλώ-
                      (Ρήμα, Ρ1)    την  ελευθερία  του,  ξεσκλα-  νω, φυλακίζω (1)
                  (ενεστ.  α-πε-λευ-θε-  βώνω:                  Οικογ.  Λέξ.:  απελευθέ ρωση,
                  ρώ-νω, αόρ. απελευ-  ► Το 1912 ο ελληνικός στρα τός   απελευθερωτής,  απελευθερωτι-
                  θέρωσα,  παθ.  αόρ.   απελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη.  κός
                  απελευθερώθηκα,                               Φράσεις:  ►Απελευθέρωση  των
                  παθ.  μτχ.  απελευθε-  2. (μτβ.) (μτφ.) γλιτώνω κά-  τι μών (= ο πωλη τής βάζει όποια
                  ρωμένος)          ποιον από κάτι κακό:        τιμή θέλει)
                  [λόγ. ἀπελευθερώ-  ►Προσπαθούσε  να  απελευθε-
                  νω  <  απελευθερῶ  ρωθεί από τον φόβο των εξετά-
                  < ἀπὸ + ἐλεύθερος]  σεων.

                    απεργία (η)     οργανωμένη    αποχή    εργα-  Σύνθ.: απεργοσπάστης
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  ζομένων  από  τη  δουλειά  Οικογ.  Λέξ.:  απεργώ,  απεργός,
                  (α-περ-γί-α, γεν.   τους,  για  να  διαμαρτυρη-  απεργιακός
                  -ας, πληθ. -ες, γεν.   θούν  ή  να  ζητήσουν  την   Προσδιορ.:  γενική,  παράνομη,
                  -ών)              ικανοποίηση    αιτημάτων:   εικοσιτετράωρη,  λευκή,  πανελ-
                  [μτγν. ἀπεργία <   ►Οι εργαζόμενοι κατέβηκαν σε   λαδική,  πανεργατική,  προειδο-
                  ἀπεργὸς < ἀπὸ +                               ποιητική
                  ἔργον]            απεργία με κύριο αίτημα να μη
                                    γίνουν απολύσεις.
                    απιστία (η)     το  να  μην  πιστεύει  κανείς  Αντίθ.: πίστη
                  (Ουσιαστικό, Ο19)  σε  κάποιον  ή  σε  κάτι:  Οικογ.  Λέξ.:  άπιστος,  απιστώ,
                  (α-πι-στί-α)      ►Η    απιστία   του   Θωμά   άπιστα (επίρρ.)
                  [λόγ. < αρχ. ἀπι-  στην  Ανάσταση  του  Κυρίου   Προσδιορ.: ασυγχώρητη,  συζυ-
                  στία < ἀ στερ.  +   αναφέρεται στα Ευαγγέλια.  γική, εμπορική
                  πίστη]                                        Φράσεις: ►Απιστία υπαλλήλου
                                                                (=  αδίκημα  υπαλλήλου  που  με
                                                                πρόθεση ζημιώνει το δημόσιο)



                  άπληστος -η,   -ο  αυτός που ζητάει  παραπά-  Αντίθ.: ολιγαρκής
                  (Επίθετο, Ε2, έμψυχα)  νω  απ’  όσα  έχει  ή  χρειάζε-  Συνών.: ακόρεστος
                  (ά-πλη-στος)      ται,  ο  πλεονέκτης:  ►Είναι   Οικογ.  Λέξ.:  άπληστα  (επίρρ.),
                  [αρχ. ἄπληστος]   ένας  άπληστος  άνθρωπος,  που   απληστία
                                    ενδιαφέρεται μόνο για τα υλικά   Προσδιοριζ.: άνθρωπος
                                    πλούτη.




                                                     38





       10-0102-16,5X23,5.indd   38                                                   19/11/2015   2:09:20 µµ
   34   35   36   37   38   39   40   41   42   43   44