Page 45 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 45
αρωγή
4. η κρατική εξου σία και
οι εκπρό σωποί της: ►Στην
εκδήλωση παρέστη σαν οι πολιτι-
κές αρχές της πόλης.
αρωγή (η) βοήθεια, συνδρομή: ►Η αρω- Οικογ. Λέξ.: αρωγός
(Ουσιαστικό, Ο24) γή του κράτους προς τους σει- Προσδιορ.: αμοιβαία, διεθνής,
(α-ρω-γή) σμοπαθείς ήταν σημαντική. κρατική, φιλική
[λόγ. < αρχ. ἀρωγὴ
< ἀρήγω (= βοηθώ,
συντρέχω)]
ασθένεια (η) η αρρώστια, η νόσος: ► Η Συνών.: πάθηση
(Ουσιαστικό, Ο20) ανεμοβλογιά είναι μεταδοτική Προσδιορ.: ανίατη, βαριά,
(α-σθέ-νει-α, γεν. ασθένεια. άγνωστη
-ας, πληθ. -ες, γεν. Φράσεις: ►Διπλωματική ασθέ-
-ειών) νεια (= ανύπαρκτη ασθένεια
[αρχ. ἀσθένεια < που χρησιμοποιείται ως πρόφα-
ἀσθενὴς < ἀ στερ. + ση)
σθένος (= δύναμη)]
άσκηση (η) 1. το να γυμνάζει κάποιος Συνών.: εκγύμναση, προπόνηση
(Ουσιαστικό, Ο28) το σώμα ή το πνεύμα: ► Το (1), εξάσκηση (1, 2)
(ά-σκη-ση, γεν.-ης, σκάκι αποτελεί σπουδαία πνευ- Σύνθ.: εξάσκηση, προάσκηση
-ήσεως πληθ. -ήσεις, ματική άσκηση. Οικογ. Λέξ.: ασκώ, ασκητής,
γεν. -ήσεων) ασκητεύω, ασκητικός, ασκητι-
[λόγ. < αρχ. ἄσκη- 2. πρακτική εφαρμογή σε σμός
σις < ἀσκῶ] κάτι που διδάχτηκε θεω- Προσδιορ.: στρατιωτική, σωμα-
ρητικά: ►Σήμερα κάναμε δύο τική (1), γραμματική, πνευματι-
ασκήσεις ορθογραφίας. κή (2), εξαντλητική (1, 2)
Φράσεις: ►Άσκηση εκλογικού
δικαιώματος (= το δικαίωμα
να ψηφίζει κάποιος) ►Άσκηση
ποινικής δίωξης (= δικαστικές
ενέργειες εναντίον κάποιου που
έχει διαπράξει αδίκημα)
αστέρι (το) 1. κάθε ουράνιο σώμα εκτός Συνών.: διασημότητα, πρωτα-
(Ουσιαστικό, Ο36) από τη σελήνη που φέγγει γωνιστής (2)
(α-στέ-ρι, γεν. -ιού, τη νύχτα: ►Τα αστέρια τρεμο- Σύνθ.: αστεροειδής, αστεροσκο-
πληθ. -ια) σβήνουν στον ουρανό. πείο
44
10-0102-16,5X23,5.indd 44 19/11/2015 2:09:21 µµ

