Page 46 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 46
άσωτος
[μεσν. < μτγν. 2. (μτφ.) άνθρωπος με εξαι- Οικογ. Λέξ.: αστερίας, αστερί-
ἀ-στέριον, υποκορ. ρετικές ικανότητες και επι- σκος, αστερισμός
του αρχ. ἀστὴρ] τυχημένη επαγγελματική Προσδιορ.: φωτεινό (1), λαμπρό
ζωή: ►Είναι ένα μεγάλο αστέρι (1, 2), διάσημο (2)
Φράσεις: ►Αστέρι της Αυγής
του κινηματογράφου.
(= Αυγερινός) ►Έχει αστέρι (=
όλα του πηγαίνουν καλά)
αστραπή (η) (φυσ.) έντονη και στιγμιαία Οικογ. Λέξ.: αστράφτω, αστρα-
(Ουσιαστικό, Ο24) λάμψη, που παράγεται από πιαίος, αστραπιαία (επίρρ.)
(α-στρα-πή) ηλεκτρική εκκένωση ανά- Φράσεις: ►Σαν αστραπή (=
[αρχ. ἀστραπὴ < μεσα σε δύο σύννεφα ή ανά- πολύ γρήγορα)
ἀστεροπὴ < ἀστὴρ Παροιμ.: ►Καθαρός ουρανός
+ ὀπὴ (= τρύπα)] μεσα σ’ ένα σύννεφο και το αστραπές δε φοβάται
έδαφος: ►Έβρεχε πολύ δυνατά
και οι αστραπές έσχιζαν συνέχεια
τον ουρανό.
ασύλληπτος, 1. αυτός που δεν έχει ή δεν Συνών.: άπιαστος (1), ακατάλη-
-η, -ο μπορεί να πιαστεί: ►Ο δρά- πτος, ακατανόητος (2)
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα στης παραμένει ασύλληπτος Οικογ. Λέξ.: ασύλληπτα (επίρρ.)
Προσδιοριζ.: ιδέα, εικόνα (2)
και άψυχα) παρά τις προσπάθειες της αστυ-
(α-σύλ-λη-πτος) νομίας.
[μτγν. ἀσύλλη- 2. (μτφ.) που δεν μπορεί
πτος < ἀ στερ. + να τον καταλάβει κάποιος,
συλλαμβάνω]
επειδή ξεπερνάει τα συνη-
θισμένα όρια: ►Η απόσταση
ανάμεσα στους γαλαξίες του
σύμπαντος είναι ασύλληπτη για
τους πολλούς ανθρώπους.
άσωτος, -η, -ο αυτός που ξοδεύει τα υπάρ- Αντίθ.: εγκρατής
(Επίθετο, Ε2, έμψυχα χοντά του ασυλλόγιστα και Συνών.: αχαλίνωτος
και άψυχα) κάνει άτακτη ζωή: Οικογ. Λέξ.: άσωτα (επίρρ.),
(ά-σω-τος) ►Ζει μια άσωτη ζωή, σπαταλώ- ασωτία
[αρχ. ἄσωτος < ἀ Προσδιοριζ.: ζωή, υιός
στερ. + σώζω] ντας την περιουσία του. Φράσεις: ►Άσωτος υιός (= το
ευαγγελικό πρόσωπο που ξόδε-
ψε τα υπάρχοντά του)
45
10-0102-16,5X23,5.indd 45 19/11/2015 2:09:21 µµ

