Page 47 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 47
άτομο
άτομο (το) 1. κάθε άνθρωπος χωριστά: Αντίθ.: ομάδα, σύνολο (1)
(Ουσιαστικό, Ο34) ►Στον κινηματογράφο υπάρ- Συνών: πρόσωπο (1), στοιχείο,
(ά-το-μο, γεν. -όμου, χουν θέσεις για πενήντα άτομα. μόριο (2)
πληθ. -α) 2. (φυσ.) το μικρότερο σωμα- Οικογ. Λέξ.: ατομικός, ατομι-
[αρχ. ἄτομον < ἀ τίδιο της ύλης, το οποίο μπο- κά (επίρρ.), ατομικότητα, ατομι-
στερ. + τόμος < τέ- σμός, ατομιστής
μνω (= κόβω)] ρεί να συμμετέχει στον σχη- Προσδιορ.: διακεκριμένο, συ-
ματισμό πολυπλοκότερων μπαθητικό, φανταστικό, κοινω-
χημικών ουσιών: ►Το νερό νικό (1)
είναι η χημική ένωση δύο ατό-
μων υδρογόνου και ενός ατόμου
οξυγόνου.
άτρωτος, -η, -ο αυτός που δεν τραυματί- Αντίθ.: τρωτός
(Επίθετο, Ε2, έμψυ- στηκε ή δεν είναι δυνατόν Οικογ. Λέξ.: άτρωτα (επίρρ.)
χα ) να τραυματιστεί: ►Ο
(ά-τρω-τος) Αχιλλέας ήταν άτρωτος από τα
[αρχ. ἄτρωτος < ἀ
στερ. + τρωτὸς < βέλη των εχθρών.
τιτρώσκω (= πλη-
γώνω)]
αυγό (το) αυτό που γεννούν τα που- Σύνθ.: αυγοθήκη, αυγολέμονο,
(Ουσιαστικό, Ο31) λιά, τα ψάρια και τα ερπε- αυγοτάραχο
(αυ-γό) τά και αποτελείται από τον Φράσεις: ►Χάνω τα αυγά και
[αρχ. ὠὸν (= αυγό)] κρόκο, το ασπράδι και το τα καλάθια (= χάνω τα πάντα)
τσόφλι: ►Το Πάσχα βάφουμε ►Αυγά σου καθαρίζουν; (= για
κάποιον που γελάει χωρίς λόγο)
κόκκινα αυγά. ►Το αυγό του Κολόμβου (= για
κάτι που ενώ φαίνεται δύσκο-
λο έχει απλή λύση) ►Ακόμα δε
βγήκε απ’ τ’ αυγό (= για ανήλι-
κο άτομο που κάνει πως τα ξέρει
όλα)
Παροιμ.: ►Αυγό κι αν πάρεις
απ’ αυτόν, κρόκο δε βρίσκεις
μέσα
αυτί (το) το αισθητήριο όργανο της Φράσεις: ►Γελούν και τ’ αυτιά
(Ουσιαστικό, Ο35) ακοής και της ισορροπίας: του (= είναι χαρούμενος ►Και
(αυ-τί) ►Μέσα στην ησυχία της νύχτας οι τοίχοι έχουν αυτιά (= προει-
[αρχ. οὖς] τα αυτιά μου έπιαναν όλους τους δοποίηση για να μιλάει κάποιος
ήχους της εξοχής. χαμηλόφωνα)
46
10-0102-16,5X23,5.indd 46 19/11/2015 2:09:21 µµ

