Page 48 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 48
αφομοίωση
►Δεν πιστεύω στ’ αυτιά μου (=
για κάτι ξαφνικό και αναπά-
ντεχο) ►Κατέβασε τ’ αυτιά (=
ντράπηκε)
Παροιμ.: ►Άκουγε με τ’ αυτιά
σου και βλέπε με τα μάτια σου
αυτοθυσία (η) η θυσία του εαυτού μας ή Οικογ. Λέξ.: αυτοθυσιάζομαι
(Ουσιαστικό, Ο19) του συμφέροντός μας για
(αυ-το-θυ-σί-α, γεν. χάρη κάποιου άλλου: ►Η
-ας, πληθ. -ες, γεν. αυτοθυσία των αγωνιστών του
-ών) Πολυτεχνείου για την ελευθερία
[λόγ. αὐτοθυσία
< αὐτὸς + θυσία < είναι αξιοθαύμαστη.
θύω (= θυσιάζω)]
αφαίρεση (η) 1. το να παίρνει κανείς ένα Αντίθ.: πρόσθεση, άθροιση (2)
(Ουσιαστικό, Ο28) μέρος από ένα σύνολο: ►Η Συνών.: βγάλσιμο (1), διαφορά
(α-φαί-ρε-ση, γεν. αφαίρεση κάποιων κεφαλαίων (2)
-ης, -έσεως, πληθ. από την εξεταστέα ύλη γίνεται Σύνθ.: προσθαφαίρεση
-έσεις, γεν. -έσεων) συνήθως στο τέλος της σχολι- Οικογ. Λέξ.: αφαιρώ, αφαιρέ-
[λόγ. < αρχ. ἀφαί- της, αφαιρετέος, αφαιρετικός
ρεσις < ἀπὸ + αἱρῶ κής χρονιάς. Προσδιορ.: νόμιμη, παράνομη,
(= κυριεύω)] 2. (μαθημ.) πράξη της αριθ- παράλογη, αδικαιολόγητη, βί-
μητικής, με την οποία βρί- αιη (1)
σκουμε τη διαφορά ανά-
μεσα σε δύο αριθμούς, δύο
ποσά κ.λπ.: ►Δεν έκανε σωστά
την αφαίρεση και γι’ αυτό βρήκε
λανθασμένο αποτέλεσμα.
3. (γραμμ.) το γραμματικό
φαινόμενο κατά το οποίο
χάνεται το αρχικό φωνήεν
της επόμενης λέξης, όταν η
προηγούμενη λέξη τελειώ-
νει σε φωνήεν: ►Μου έδωσε
– μου ‘δωσε.
αφομοίωση (η) 1. (βιολ.) η λειτουργία Συνών.: πέψη, χώνεμα (1)
(Ουσιαστικό, Ο28) κατά την οποία ένας ζω- Οικογ. Λέξ.: αφομοιώνω, αφο-
(α-φο-μοί-ω-ση, γεν. ντανός οργανισμός μετα- μοιωτικός, αφομοιώσιμος
-ης, -ώσεως, πληθ. σχηματίζει σε δικά του Προσδιορ.: βαθμιαία, γρήγορη,
-ώσεις) συστατικά τις θρεπτικές τέλεια, μερική (1, 2)
[λόγ. < ελνστ.
ἀ-φο μοίωσις < ουσίες που προσλαμβά-
ἀφο μοιῶ] νει: ►Η αφομοίωση των
47
10-0102-16,5X23,5.indd 47 19/11/2015 2:09:21 µµ

