Page 50 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 50
βαδίζω 1. (αμτβ.) πηγαίνω με τα Συνών.: βηματίζω (1), οδεύω (2)
(Ρήμα, Ρ4) πόδια, περπατώ: ►Οι δυο Σύνθ.: συμβαδίζω
(ενεστ. βα-δί-ζω, αόρ. φίλοι βάδιζαν για πολλή ώρα Οικογ. Λέξ.: βάδισμα, βαδι-
βάδισα) σιωπηλοί. στής, βάδην (το)
[λόγ. < αρχ. βαδίζω 2. (αμτβ.) (μτφ.) κατευθύνο-
< βάδην < βαίνω] μαι: ►Βαδίζει σταθερά προς την
επιτυχία.
βαθμός (ο) 1. μέτρο που δείχνει την επί- Συνών.: μέτρο (1), βαθμίδα,
(Ουσιαστικό, Ο13) δοση ή την ικανότητα κά- θέση, αξίωμα (2)
(βαθ-μός) ποιου: ►Τελείωσε το Λύκειο Σύνθ.: βαθμολογώ, βαθμολο-
[λόγ. < αρχ. βαθ- με πολύ καλούς βαθμούς. γία, βαθμολόγιο, βαθμολογη-
μὸς (= σκαλοπάτι) 2. η σειρά που κατέχει κά- τής, βαθμολόγηση, βαθμοθηρία,
< βαίνω] ποιος σε μια ιεραρχία: βαθμοφόρος, ισόβαθμος, χα-
►Αποστρατεύτηκε με τον βαθμό μηλόβαθμος, υψηλόβαθμος
του συνταγματάρχη. Οικογ. Λέξ.: βαθμίδα, βαθμιαί-
3. συγγενική σχέση: ►Πα- ος, βαθμιαία (επίρρ.)
τέρας και γιος είναι μεταξύ τους Προσδιορ.: θετικός (1, 5), κατώ-
συγγενείς πρώτου βαθμού. τατος, ανώτερος, χαμηλός (1, 2,
4. μονάδα μέτρησης για διά- 4)
φορα μεγέθη: ►Η θερμοκρα- Φράσεις: ►Ως ένα βαθμό (= μέ-
σία έφτασε στους είκοσι βαθμούς χρις ενός σημείου)
Κελσίου.
5. (γραμμ.) οι τρεις μορ-
φές των επιθέτων και των
επιρρημάτων (παραθετικά):
►Εκτός από τον θετικό έχουμε
τον συγκριτικό και τον υπερθε-
τικό βαθμό ενός επιθέτου.
49
10-0102-16,5X23,5.indd 49 19/11/2015 2:09:21 µµ

