Page 51 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 51

βάρος

                     βάρος (το)     1. (φυσ.) η φυσική ιδιότητα  Σύνθ.:  βαρόμετρο,  απόβαρο,
                   (Ουσιαστικό, Ο37)  που  έχουν  όλα  τα  σώματα   αντίβαρο, ισόβαρος
                  (βά-ρος, γεν. -ους,   να πέφτουν από πάνω προς   Οικογ.  Λέξ.:  βαραίνω,  βαρίδι,
                  πληθ. -η)         τα  κάτω,  όταν  αφήνονται   βαρύτητα,  βαριά (επίρρ.)
                  [λόγ. < αρχ. βάρος]  ελεύθερα ή να πιέζουν άλλα   Προσδιορ.: αβάστα χτο, ασήκω-
                                    που  βρίσκονται  κάτω  απ’   το, καθαρό, μεικτό (2)
                                                                Φράσεις:  ►Πήρα  βάρος    (=
                                    αυτά: ► Από το βάρος του χιο-  πάχυνα)  ►Άρση  βαρών  (=  το
                                    νιού  κατέρρευσε  η  στέγη  του  άθλημα  στο  οποίο  οι  αθλη τές
                                    σπιτιού μας.                σηκώνουν  βάρη)  ►Ρίχνω  το
                                    2. ο αριθμός που μας δείχνει  βάρος  σε  κάτι  (=  αποδίδω  ση-
                                    πόσο ζυγίζει ένα σώμα: ►Το  μασία)
                                    βάρος του μωρού είναι τρία κιλά.
                                    3. (μτφ.) κύρος, επιρροή:  ►
                                    Τα λόγια του έχουν πάντα ιδιαί-
                                    τερο βάρος.


                      βάση (η)      1. θεμέλιο, βάθρο: ►Η πολυ-  Αντίθ.: κορυφή (2)
                   (Ουσιαστικό, Ο27)  κατοικία που μένουμε έχει γερές    Συνών.:  υποστήριγμα,    υπόβα-
                  (βά-ση, γεν. -ης,   βάσεις.                   θρο, υποδομή (1)
                  -εως, πληθ. -εις)  2.  το  κάτω  μέρος  ενός  σώ-  Σύνθ.:  ανάβαση,  κατάβαση,
                  [λόγ.  <  αρχ.  βάσις   ματος ή σχήματος: ►Η βάση   διάβαση,  παράβαση,  έκβαση,
                  (= στήριγμα) < βαί-                           απόβαση,  υπέρβαση,  πρόσβα-
                  νω]               του τριγώνου είναι δέκα εκατο-  ση, σύμβαση
                                    στά.                        Οικογ.  Λέξ.:  βασίζομαι,  βασι-
                                                                κός,     βασικά  (επίρρ.),
                                                                βάσιμος
                                                                Προσδιορ.: γερή, στέρεα (1, 2)
                                                                 Φράσεις: ►Δίνω βάση (= προ-
                                                                σέχω,  εμπιστεύομαι)  ►Έπιασε
                                                                τη βάση (= ο μικρότερος βαθμός
                                                                επιτυχίας) ►Βάση δεδομένων (=
                                                                οργανωμένη συλλογή πληροφο-
                                                                ριών)
                     βελτιώνω       (μτβ.)  κάνω  κάτι  καλύτερο  Αντίθ.:  χειροτερεύω,  επιδεινώ-
                      (Ρήμα, Ρ1)    απ’  ό,τι  είναι,  καλυτερεύω:   νω
                  (ενεστ.  βελ-τι-ώ-νω,   ►Οι μαθητές βελτίωσαν τη βαθ-  Συνών: αναβαθμίζω
                  αόρ.  βελτίωσα,  παθ.   μολογία τους.         Οικογ.  Λέξ.:  βελτίωση,  βελτιώ-
                  αόρ.   βελτιώθηκα,                            σιμος, βελτιωτικός
                  παθ.  μτχ.  βελτιωμέ-
                  νος)










                                                     50





       10-0102-16,5X23,5.indd   50                                                   19/11/2015   2:09:22 µµ
   46   47   48   49   50   51   52   53   54   55   56