Page 52 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 52

βοριάς

               [λόγ.  βελτιώνω  <
               αρχ. βελτιῶ < βελ-
               τίων  (=  καλύτε-
               ρος)]

                  βήμα (το)      1.  η  μετακίνηση  του  ενός  Συνών.:  βηματισμός, βάδισμα,
                (Ουσιαστικό, Ο39)  ποδιού  σε  σχέση  με  το  άλλο   περπατησιά  (2),  δρασκελιά  (3),
               (βή-μα,  γεν.  -ατος,    στο  περπάτημα  ή  τον  χορό:   έδρα (4)
               πληθ.  -ατα, γεν.  ►Έκανε τρία βήματα μπροστά.  Σύνθ.: βηματοδότης
                -άτων)           2.  ο  ιδιαίτερος  τρόπος  που   Οικογ. Λέξ.: βηματίζω, βηματι-
               [αρχ. βῆμα < βαίνω                            σμός
               (= προχωρώ)]      περπατάει  κάποιος:  ►Τον   Προσδιορ.:  μετέωρο,  διστακτι-
                                 γνωρίζω από το βαρύ του βήμα.  κό,  αποφασιστικό  (1),  γοργό,
                                 3.  η  μικρή  απόσταση:  ►Το  ρυθμικό (1, 2)
                                 σχολείο απέχει μόνο δυο βήματα  Φράσεις:   ►Ακολουθώ   κα-
                                 από το σπίτι του.           τά  βήμα  (=  μιμούμαι  πιστά)
                                 4. το βάθρο απ’ όπου εκφω-  ►Βήμα-βήμα   (=   σιγά-σιγά)
                                 νούνται  ομιλίες:  ►Ο  ομιλη-  ►Το  πρώτο  βήμα  (=  η  πρώτη
                                 τής  ανέβηκε  στο  βήμα,  για  να   προσπάθεια)
                                 εκφωνήσει τον πανηγυρικό της
                                 ημέρας.

                   βίος (ο)      η ζωή, η διάρκεια της ζωής,  Σύνθ.:  βιολογία,  βιομηχανία,
                (Ουσιαστικό, Ο14)  η  βιογραφία:  ►Ο  βίος  του   βιοπάλη,  βιοτέχνης,  έμβιος,
               (βί-ος,   γεν.   -ου,   υπήρξε  πολυτάραχος.  ►Ο  βίος   υδρόβιος
               πληθ.  -οι)       πολλών  συγγραφέων  είναι  ευ-  Οικογ. Λέξ.: βιώνω, βίωμα, βι-
                   Προσοχή!      ρύτερα γνωστός.             ώσιμος
               ►βίος (ο) = η ζωή                             Φράσεις: ►Δια βίου (= σε ολό-
               ►βιος (το)  = η                               κληρη τη ζωή)  ►Βίος και πολι-
               περιουσία                                     τεία (= για κάποιον που έχει μια
               [λόγ. < αρχ. βίος]                            ταλαιπωρημένη ή περιπετειώδη
                                                             ζωή)
                  βοριάς (ο)     κρύος  άνεμος  που  φυσά-   Αντίθ:  νοτιάς
                (Ουσιαστικό, Ο4)  ει από τον βορρά προς τον   Συνών:  τραμουντάνα
               (βο-ριάς,  γεν.  -ιά  νότο:                   Οικογ. Λέξ.: βορράς, βορινός
               πληθ. -ιάδες)     ►Τα  πλοία  έμειναν  δεμένα  στο   Προσδιορ.:  κρύος,  παγωμένος,
                   Προσοχή!      λιμάνι,  επειδή  φυσούσαν  δυνα-  άγριος, τρελός
               ►βοριάς (ο) = ο
               άνεμος            τοί βοριάδες.
               ►βορράς  (ο)    =  το
               αντίστοιχο  σημείο
               του ορίζοντα
               [μεσν.  βοριὰς  <
               αρχ. βορέας]







                                                  51





       10-0102-16,5X23,5.indd   51                                                   19/11/2015   2:09:22 µµ
   47   48   49   50   51   52   53   54   55   56   57