Page 53 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 53

βουλευτής


                   βουλευτής (ο)    εκλεγμένος     αντιπρόσω-   Συνών:  κοινοβουλευτικός,  μέ-
                   (Ουσιαστικό, Ο6)  πος  του  λαού  στη  Βουλή:   λος του κοινοβουλίου
                  (βου-λευ-τής, γεν.  ►Είναι  εκλεγμένος  βουλευτής   Σύνθ: ευρωβουλευτής
                   -ή,  πληθ. -ές)  για δεύτερη θητεία στο ελληνικό   Οικογ.  Λέξ.:  βουλή,  βουλευτι-
                  [αρχ.  βουλευτὴς  <   Κοινοβούλιο.            κός
                  βουλεύω < βουλὴ]

                     βράδυ (το)     το  χρονικό  διάστημα    από  Συνών.:  βραδιά
                   (Ουσιαστικό, Ο36)  τη δύση του ηλίου μέχρι τα   Σύνθ.:  βραδυπορώ,  βραδυπο-
                  (βρά-δυ,  γεν.  -ιού,    μεσάνυχτα και κατ’ επέκτα-  ρία, βραδυκίνητος
                  πληθ.  -ια, γεν. -ιών)  ση το διάστημα της νύχτας:   Οικογ. Λέξ.: βραδιά, βραδιάζω,
                  [μεσν. βράδυ < αρχ.   ►Κάθε  βράδυ  πηγαίναμε  περί-  βραδινός
                  βραδύ,  ουδ.  του                             Προσδιορ.: αξέχαστο, φθινοπω-
                  επιθ. βραδὺς]     πατο στη λίμνη.             ρινό, φεγγαρόλουστο
                      βρίσκω        1.  (μτβ.)  ανακαλύπτω    κά-  Αντίθ.: χάνω (1)
                       (Ρήμα)       ποιον ή κάτι που αναζητώ:   Σύνθ.: ξαναβρίσκω
                  (ενεστ. βρί-σκω, αόρ.   ►Βρήκε  το  φάρμακο  μιας  σπά-  Οικογ. Λέξ.: εύρεση
                  βρήκα, παθ. αόρ.   νιας    αρρώστιας.  ►Βρήκα  πού   Φράσεις:  ►Απ’  τον  Θεό  να
                  βρέθηκα)          είναι στον χάρτη η Λήμνος.  το ‘βρεις (= ως ευχή ή κατάρα)
                  [μεσν. βρίσκω <    2.  (μτβ.)  συναντώ,  ανταμώ-  ►Βρήκε  τον  μπελά  του  (=  για
                  αρχ. εὑρίσκω]                                 μεγάλο πρόβλημα) ►Βρήκε τον
                                    νω:  ►Βρήκα  τους  φίλους  μου  μάστορά  του  /  τον  δάσκαλό
                                    και πήγαμε βόλτα.           του  (=  κάποιον  πιο  ικανό  απ’
                                    3.  (μτβ.)  νομίζω,  θεωρώ:  αυτόν) ►Τα βρήκαν (= συμφώ-
                                    ►Βρίσκω ότι τα λόγια σου είναι   νησαν) ►Βρίσκω άκρη (= λύνω
                                    σωστά.                      ένα πρόβλημα)
                                    4.  (μτβ.)    κατέχω  κάτι  από
                                    κληρονομιά: ►Βρήκε   μεγάλη
                                    περιουσία από τους γονείς του.


                  βρόμικος,  -η, -ο  1. αυτός που δεν είναι καθα-  Αντίθ.: καθαρός (1, 2), τίμιος (2)
                  (Επίθετο, Ε2, έμψυχα  ρός, ο λερωμένος: ►Τα ρούχα   Συνών.: ακάθαρτος (1), ανέντι-
                  και άψυχα)        του ήταν βρόμικα από το παιχνί-  μος, φαύλος (2)
                  (βρό-μι-κος)      δι στα χώματα.              Οικογ. Λέξ.: βρομιά, βρομερός,
                  [<  βρόμα  <  αρχ.   2.  (μτφ.)  ανήθικος,  ανέντι-  βρομίζω
                  βρομῶ (= θορυβώ)]                             Προσδιοριζ: βρομιά, βρομερός,
                                    μος,  αισχρός:  ►Δεν  μπορείς   βρομίζω
                                    να πεις ότι είναι ένας βρόμικος   Φράσεις:  ►Βρόμικο χρήμα (=
                                    άνθρωπος,  αλλά  μερικές  φορές  που προέρχεται από παράνομες
                                    σε απογοητεύει με αυτά που κά-  δραστηριότητες)
                                    νει.








                                                     52





       10-0102-16,5X23,5.indd   52                                                   19/11/2015   2:09:22 µµ
   48   49   50   51   52   53   54   55   56   57   58