Page 55 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 55

γεννώ

                                                                Φράσεις: ►Γελούν και τα μου-
                                                                στάκια  του  /  τα  αυτιά  του  (=
                                                                είναι  πολύ  χαρούμενος)  ►Θα
                                                                γελάσει και το παρδαλό κατσί-
                                                                κι  (=  για  μια  αστεία  υπόθεση)
                                                                ►Θα σε γελάσω! (= δεν είμαι βέ-
                                                                βαιος) ►Δεν είναι παίξε-γέλασε
                                                                (= χρειάζεται μεγάλη προσοχή)




                       γεννώ        1.  (μτβ.)  κάνω  παιδιά,  (για   Συνών.: τεκνοποιώ  (1)
                      (Ρήμα, Ρ5)    πουλιά,    ψάρια  και  ερπετά)   Σύνθ.: ξεγεννώ
                  (ενεστ.  γεν-νώ,  αόρ.   κάνω αυγά:  ►Η αγελάδα γέν-  Οικογ. Λέξ.: γέννηση, γεννητι-
                  γέννησα,  παθ.  αόρ.   νησε ένα χαριτωμένο μοσχαράκι.  κός, γεννήτρια, γέννημα, γεννη-
                  γεννήθηκα,   παθ.   2.  (μτφ.)  δημιουργώ,  επι-  τούρια (τα)
                  μτχ. γεννημένος)                              Φράσεις: ►Όπως τον γέννησε η
                  [αρχ. γεννῶ]      νοώ: ►Το μυαλό του γεννούσε   μάνα του (= γυμνός)
                      Προσοχή!      συνεχώς νέες ιδέες.         Παροιμ.:  ►Αλλού  τα  κακαρί-
                  ►γέννηση < γεννώ   3. (ως  μτχ.  παρακ.)  (αμτβ.)  σματα κι αλλού γεννούν οι κό-
                  ►γένεση, γενετικός,  είμαι  από  τη  φύση  μου,  εκ  τες
                  όπως η λέξη «γένος»  γενετής:  ►Ο  Γιώργος  είναι
                                    γεννημένος ζωγράφος.



                    γεωργία  (η)     η συστηματική καλλιέργεια  Οικογ.  Λέξ.:  γεωργός,  γεωργι-
                   (Ουσιαστικό, Ο19)  της  γης  για  την  παραγωγή   κός
                  (γε-ωρ-γί-α, γεν.   προϊόντων:  ►Με  τη  γεωργία
                  -ας, πληθ. - )    ασχολείται  ένα  μεγάλο  τμήμα
                  [λόγ.  <  αρχ.  γεωρ-  του ελληνικού πληθυσμού.
                  γία < γεωργὸς < γῆ
                  + ἔργον]

                     γνωρίζω        1. (μτβ.) κάνω κάτι γνωστό,  Αντίθ.: αγνοώ (3)
                      (Ρήμα, Ρ4)    φανερώνω:  ►Σας γνωρίζουμε    Συνών.: πληροφορώ (1)
                  (ενεστ.   γνω-ρί-ζω,   ότι πετύχατε στον διαγωνισμό.  Σύνθ.:  αναγνωρίζω,  παραγνω-
                  αόρ.  γνώρισα,  παθ.   2.  (μτβ.)  αναγνωρίζω,  δια-  ρίζω
                  αόρ.   γνωρίστηκα,   κρίνω:  ►Γνώρισα  τον  γείτονά   Οικογ.  Λέξ.:  γνώριμος,  γνώρι-
                  παθ. μτχ. αναγνωρι-                           μα (επίρρ.), γνωριμία, γνώρισμα
                  σμένος)           μου από τη δυνατή φωνή του.
                  [αρχ. γνωρίζω]    3.  (μτβ.)    ξέρω,  κατέχω:
                                    ►Γνωρίζει άπταιστα τρεις ξένες
                                    γλώσσες.







                                                     54





       10-0102-16,5X23,5.indd   54                                                   19/11/2015   2:09:22 µµ
   50   51   52   53   54   55   56   57   58   59   60