Page 54 - 10-0102-02_Orthografiko-Ermineutiko-Lexiko_D-E-ST-Dimotikou
P. 54
γαλαξίας (ο) φωτεινή ζώνη στον ουρανό
(Ουσιαστικό, Ο2) που αποτελείται από εκα-
(γα-λα-ξί-ας) τομμύρια αστέρια: ►Ο γαλα-
[λόγ. < ελνστ. γα- ξίας της Ανδρομέδας βρίσκεται
λαξίας] στο βόρειο ημισφαίριο.
γαλήνη (η) 1. ηρεμία, ησυχία στη φύση Αντίθ.: τρικυμία, φουρτούνα
(Ουσιαστικό) και κυρίως στη θάλασσα: (1), ταραχή, αναστάτωση (2)
(γα-λή-νη, γεν. -ης, ►Όταν επικρατούσε γαλήνη στη Συνών.: νηνεμία, μπουνάτσα
πληθ. - ) θάλασσα, οι ψαράδες έβγαιναν (1), πραότητα (2)
[λόγ. < αρχ. γαλή- για ψάρεμα. Οικογ. Λέξ.: γαληνεύω, γαλήνι-
νη] ος, γαλήνεμα
2. (μτφ.) η ψυχική ηρεμία: Προσδιορ.: νυχτερινή (1), ολύ-
►Κοντά στην οικογένεια βρήκε μπια, ουράνια (1, 2), στωική,
τη γαλήνη που ζητούσε. φαινομενική, θεία (2)
γεγονός (το) κάτι που έχει συμβεί και Συνών.: συμβάν, περιστατικό,
(Ουσιαστικοπ. Μτχ.) δεν μπορεί να αμφισβητη- πραγματικότητα
(γε-γο-νός, γεν. θεί: ►Η επανάσταση του 1821 Οικογ. Λέξ.: γίνομαι
-ότος, πληθ. -ότα) είναι ένα σημαντικό ιστορικό Προσδιορ.: βαρυσήμαντο, δρα-
[λόγ. < αρχ. γεγο- γεγονός. ματικό, αξιομνημόνευτο, συ-
νὸς < γίγνομαι] γκινητικό
γελώ 1. (αμτβ.) ξεσπώ σε γέ λια: Αντίθ.: κλαίω
(Ρήμα, Ρ5) ►Τους διηγήθηκε μια ιστορία Συνών.: ξεγελώ, παραπλανώ (2)
(ενεστ. γε-λώ, αόρ. και στο τέλος όλοι γέλασαν με Σύνθ.: κρυφογελώ, χαμογελώ
γέλασα, παθ. αόρ. γε- την καρδιά τους. Οικογ. Λέξ.: γέλιο, γελαστός,
λάστηκα, παθ. μτχ. 2. (μτβ.) (μτφ.) εξαπατώ, γελαστά (επίρρ.), γελοίος, γελοι-
γελασμένος) ότητα
[αρχ. γελῶ] κοροϊδεύω: ►Τον γέλασε με
την υπόσχεση που του έδωσε.
53
10-0102-16,5X23,5.indd 53 19/11/2015 2:09:22 µµ

